Ομάδα 1η

ΟΜΑΔΑ 1η : ΛΥΔΙΑ – Ομαδάρχισσα: κα. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΟΥΡΛΑ

ΒΟΗΘΟΙ ΟΜΑΔΑΡΧΙΣΣΑΣ:

ΟΜΑΔΑ ΑΓΑΠΗΣ:   19/07/2014   ΠΡΩΙ, 21/07/2014  ΒΡΑΔΥ , 24/07/2014 ΠΡΩΪ          

ΧΡΩΜΑ ΣΗΜΑΙΑΣ:                                    ΣΥΝΤΑΓΗ:                ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ : ΚΟΥΤΣΟ

ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΟΜΑΔΟΣ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε’ Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ (10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821)

ΗΜΕΡΑ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

ΗΜΕΡΑ ΛΑΤΡΕΙΑΣ: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ 1 (μτφρ.)

ΔΙΑΚΟΝΗΜΑΤΑ/ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ: ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ

ΣΚΗΝΗ :                     ΔΥΝΑΜΗ ΟΜΑΔΑΣ:

ΜΕΛΗ

  1. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  2. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  3. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  4. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  5. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  6. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  7. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  8. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  9. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  10. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  11. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  12. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  13. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  14. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
  15. ­…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
­
Αγία Λυδία η Φιλιππησία
Ημερομηνία εορτής: 20/05/2014
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 20 Μαΐου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγια Λυδια Η Φιλιππησια
Βιογραφία
«Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησαν ημίν» (Πράξ. 16,9), είναι η έκκληση του Μακεδόνα που βλέπει σε όραμα ο Απόστολος Παύλος ενώ βρίσκεται στην Τρωάδα. Τη φωνή αυτή τη θεωρεί ως φωνή Θεού και χωρίς αναβολή αποφασίζει να διαπεραιωθεί στο εκλεκτότερο τμήμα της Ευρώπης, τη Μακεδονία. Μαζί του παίρνει και τους εκλεκτούς του συνεργάτες, Τιμόθεο, Σίλα και Λουκά.
Αποβιβάζονται στη Νεάπολη, σημερινή Καβάλα, κι από κει αναχωρούν για τους Φιλίππους. Έξω από την πόλη των Φιλίππων και κοντά στις όχθες του Ζυγάκτου ποταμού είναι ο τόπος προσευχής των Ιουδαίων. Στις συγκεντρωμένες εκεί γυναίκες ο Απόστολος Παύλος κηρύττει, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, το λόγο του Θεού.
Οι θεοφοβούμενες γυναίκες ακούν με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του άγνωστου Ιουδαίου. Αλλά εκείνη που περισσότερο απ’ όλες ενθουσιάζεται είναι η Λυδία, η προσήλυτος πορφυρόπωλις από τα Θυάτειρα. Μέσα της γίνεται ένας σεισμός. Η καρδιά της Λυδίας ήταν πάντα ανήσυχη. Δεν μπορούσε να λατρεύει θεούς και θεές που οργίαζαν μεταξύ τους. Έτσι οδηγήθηκε στον κήπο προσευχής των Ιουδαίων. Γνώρισε το νόμο του Ισραήλ κι άναψε μέσα της ή δίψα για την αναζήτηση του Μεσσία. Και τώρα ακούει για πρώτη φορά τον Απόστολο Παύλο να μιλάει για το Λυτρωτή του κόσμου. Η Λυδία αποδέχεται χωρίς καμιά αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει στο Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως και αυτή θέλει να γίνει Χριστιανή. Και ο Απόστολος Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτου βαπτίζει τη Λυδία. Η πρώτη χριστιανή της Μακεδονίας πολιτογραφείται στη βασιλεία των Ουρανών. Τώρα είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η καρδιά της πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς πού άνοιξαν τα μάτια της ψυχής της και ζήτα να τους φιλοξενήσει στο σπίτι της. «Και τις γυνή ονόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβόμενη τον Θεόν, ήκουεν, ης ο Κύριος διήνοιξε την καρδίαν προσέχειν τοις λαλουμένοις υπό του Παύλου, ως δε έβαπτίσθη και ο οίκος αυτής, παρεκάλεσε λέγουσα· ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οίκον μου μείνατε· και παρεβιάσατο ημάς». (Πράξ. 16,14-15).
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν Θεὸν σεβόμενη διανοίας εὐθύτητι, τὸ τῆς χάριτος φέγγος διὰ Παύλου εἴσδεδεξαι, καὶ πρώτη ἐν Φιλίπποις τῷ Χριστῷ, ἔπιστευσας θεόφρον πανοικεῖ· διὰ τοῦτο σὲ τιμῶμεν ἀσματικῶς, Λυδία Φιλιππησία. Δόξα τῷ εὔδοκησαντι ἐν σοῖ, δόξα τῷ σὲ καταυγάσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ, ἠμὶν τὰ κρείττονα.

­ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, Η ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

http://issuu.com/panoumaria/docs/konstantinoupoli

Η Κωνσταντινούπολη ή Κωνσταντινούπολις (παλαιότερα Πόλις και στην αρχαιότητα Βυζάντιον), (τουρκ.: İstanbul, IPA: [isˈtanbul], Ισταμπούλ, έως το 1923 επίσημα με το όνομα Konstantiniyye[2][3][4]), γνωστή ως Ιστανμπούλ, είναι η μεγαλύτερη πόλη και λιμάνι της Τουρκίας. Συνιστά ταυτόχρονα κύριο πολιτισμικό, οικονομικό και βιομηχανικό κέντρο της χώρας. Με πληθυσμό περίπου 12 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελεί μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου. Η Κωνσταντινούπολη είναι κτισμένη στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο, που ονομάστηκε έτσι από τον Βύζαντα των Μεγάρων, ο οποίος την ίδρυσε κατά το έτος 667 π.Χ.. Από το 330, στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ονομάστηκε Κωνσταντινούπολις, διατήρησε την ονομασία της και μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέχρι τα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας. Είναι κτισμένη στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου (τουρκ. Haliç) στη νότια είσοδο του στενού πορθμού του Βοσπόρου, που με μήκος περίπου 35 χλμ. συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα (τουρκ. Karadeniz) στον βορρά με τη θάλασσα του Μαρμαρά στον νότο. Αποτελεί κατά αυτό τον τρόπο τη μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη (Ανατολική Θράκη) και την Ασία[5]. Η σύγχρονη πόλη χωρίζεται σε τρεις κύριες ζώνες που περιλαμβάνουν την παλαιά Κωνσταντινούπολη (τουρκ. Eminönü και Fatih), την περιοχή του Μπέηογλου (τουρκ. Beyoğlu) με τη συνοικία του Γαλατά και τον ομώνυμο πύργο, καθώς και το Σκούταρι (τουρκ. Üsküdar) μαζί με άλλα προάστια που βρίσκονται στην απέναντι ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.

Στη μακραίωνη ιστορία της υπήρξε πρωτεύουσα τριών διαδοχικών αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (3241453), της βραχύβιας Λατινικής (1204-1261) και της Οθωμανικής (14531922) με συνέπεια την ανάδειξη πολιτισμών σε μια σύμμεικτη σήμερα παρουσία. Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξε κέντρο του ελληνικού στοιχείου για περισσότερο από χίλια χρόνια. Οι ιστορικές περιοχές της πόλης, με σημαντικά μνημεία, ανήκουν από το 1985 στον κατάλογο Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ της UNESCO[6]. Στα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης ανήκουν η Αγία Σοφία, το Επταπύργιο και τα βυζαντινά τείχη, ο ναός και η πηγή της Ζωοδόχου Πηγής, το κτίριο του Πατριαρχείο, το Φανάρι καθώς και το ανάκτορο Τοπ Καπί, το τζαμί του Σουλεϊμάνς και το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ («Μπλε τζαμί»).

Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας πόλης Βυζάντιο (επίσης Βυζαντίς), η ονομασία της οποίας παραπέμπει σε θρακική ονοματολογία[20]. Στα Γεωγραφικά, ο Στράβων εξιστορεί πως η πόλη ιδρύθηκε το 658/7 π.Χ. από Μεγαρείς αποίκους, με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της. Ο μυθικός ήρωας Βύζας θεωρείται γιος του βασιλιά Νίσου από τα Μέγαρα ή γιος του Ποσειδώνα και της Κερόεσσας[21], κόρης της Ιούς και του Δία, την οποία η μητέρα της γέννησε στον Κεράτιο κόλπο. Άλλη εκδοχή εμφανίζει τον Βύζαντα ως γιο της νύμφης Σεμέστρας[20]. Ο Βύζας αναφέρεται μαζί με τους Άντες στο χρονογράφημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί (8ος-9ος αι.) και εικάζεται ότι πιθανός συνδυασμός των δύο ονομάτων οδήγησε στο τοπωνύμιο Βυζάντιον[20].

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο του Βυζαντίου, όπως παραδίδεται από τον Στράβωνα, οι άποικοι ακολούθησαν χρησμό — πιθανώς του Μαντείου των Δελφών — ο οποίος τους προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των «τυφλών». Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως να αντιληφθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας[22][23]. Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας[24]. Ιστορικές πληροφορίες για το Βυζάντιο αντλούμε επίσης από τον Ηρόδοτο. O τύραννος της πόλης, Αρίστων, υποστήριξε μαζί με άλλους Έλληνες στρατηγούς τον Πέρση βασιλιά Δαρείο στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών. Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και μετά το τέλος της, οι κάτοικοί της μετοίκησαν, ιδρύοντας τη Μεσηβρία στις δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου[25].

Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από το νικητή των Πλαταιών Παυσανία[26], o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους[27]. Το Βυζάντιο υπήρξε μέλος της Δηλιακής συμμαχίας, ενώ κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-405 π.Χ.) τάχθηκε αρχικά στο πλευρό των Αθηναίων. Το 411 π.Χ. αποστάτησε από τον αθηναϊκό συνασπισμό και τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Κλέαρχο, ο οποίος προφασίστηκε την ανάγκη να εμποδιστεί η αποστολή σιτηρών προς την Αθήνα από τον Εύξεινο Πόντο[28]. Πολιορκήθηκε εκ νέου το 409 π.Χ από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τον Αλκιβιάδη και, όταν ο Κλέαρχος εγκατέλειψε την πόλη, ορισμένοι Βυζάντιοι άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους[29], οι οποίοι, τελικά, μετά από μάχη εντός των τειχών κατέλαβαν την πόλη. Μετά την ήττα του Αλκιβιάδη στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης που τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο. Παράλληλα, οι πολίτες του Βυζαντίου που είχαν προδώσει την πόλη, παραδίδοντάς τη στα χέρια του Αλκιβιάδη, εξορίστηκαν, αποκτώντας όμως αργότερα τιμητικά την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη[30]. H σπαρτιατική παρουσία στην πόλη έληξε περίπου το 390 π.Χ, όταν ο Αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος επανέφερε το Βυζάντιο στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής, ωστόσο δεν έλειψαν κρίσεις στις σχέσεις των δύο πόλεων, όπως το 357 π.Χ, όταν το Βυζάντιο συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Μαυσώλου.

Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β’, το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντίων να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Οι κάτοικοι της πόλης απέδωσαν τη σωτηρία της σε θαύμα της θεάς Εκάτης, όπως μαρτυρείται από άγαλμα που έστησαν προς τιμή της, αλλά και σε παραστάσεις της σε νομίσματα της εποχής. Η ημισέληνος που απεικονίστηκε σε βυζαντιακά νομίσματα έγινε σύμβολο της πόλεως, γεγονός που θεωρείται πως επιζεί έως σήμερα με την υιοθέτησή της στη σημαία της τουρκικής δημοκρατίας[31]. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο υποστηρίχθηκε από τους Αθηναίους και αρκετές ακόμα ελληνικές πόλεις που συντάχθηκαν μαζί τους[32]. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας. Κατά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς τον Δούναβη, τον υποστήριξε στέλνοντας πλοία[33]. Μετά τον θάνατό του οι Βυζάντιοι, αν και αρχικά υποστήριζαν τον Αντίγονο Α’, τελικά διατήρησαν ουδέτερη στάση στη μάχη του με τον Κάσανδρο και τον Λυσίμαχο[34]. Tο 279 π.Χ., η πόλη αναγκάστηκε να πληρώνει βαρύ φόρο στους Γαλάτες. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι Βυζαντινοί επιδίωξαν την επέκταση της κυριαρχίας τους, κυρίως μέσω του ελέγχου του εμπορίου.

Ρωμαϊκή περίοδος

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ενδεικτικά, ο Κλαύδιος εκχώρησε πενταετή ατέλεια[35], ενώ όπως παραδίδεται από τις επιστολές του Πλίνιου του νεότερου, ο Τραϊανός κατάργησε στην περίπτωση του Βυζαντίου εισφορές για την αυτοκρατορική λατρεία[36]. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Στα τέλη του 2ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (β. 193-211) και του διεκδικητή του θρόνου Πεσκένιου Νίγηρα, το Βυζάντιο τάχθηκε στο πλευρό του τελευταίου. Ο Σεβήρος προέβη σε συστηματική πολιορκία της πόλης, την οποία τελικά κατέλαβε το 196. Χρειάστηκε τριετής μάχη που συνοδεύτηκε από ολοσχερή καταστροφή, σκληρή τιμωρία των κατοίκων, αλλά και διοικητική υποβάθμιση του Βυζαντίου, αφού παραχωρήθηκε στην Πέρινθο[37]. Καθώς η θέση του Βυζαντίου ήταν εμφανώς στρατηγικής σημασίας, ο Σεβήρος προέβη αργότερα σε εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε από τον γιο του Αντωνίνο, υψώνοντας νέα τείχη που διπλασίασαν την έκτασή της[38], ενώ εκχώρησε επίσης προνόμια που ο ίδιος είχε παλαιότερα αφαιρέσει. Μεταξύ των σημαντικότερων κτισμάτων συγκαταλέγονται τα λουτρά στο ιερό του ναού του Διός, που ονομάστηκαν «Ζεύξιππον», θέατρο και ιπποδρόμιο, ενώ ανακαινίστηκε και το λεγόμενο «Στρατήγιον»[37]. Την ίδια περίοδο, η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Augusta Antonina [Αυγούστα Αντονίνα], προς τιμή του γιου τού Σεβήρου.

Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλλιηνός (β. 254-268) κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Την εποχή αυτή, οι συχνές επιδρομές φυλών, κυρίων των Γότθων, έφεραν το Βυζάντιο αρκετές φορές σε θέση άμυνας, χωρίς ωστόσο να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος μετά την ήττα του από τον Κωνσταντίνο Α’ στη Χρυσούπολη. Ο τελευταίος τον καταδίωξε αναγκάζοντάς τον τελικά να παραδοθεί. Προέβη σε πολιορκία της πόλης, την οποία κατέλαβε τον Σεπτέμβριο του 324. Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσης του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα του.

Πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (330-1204)

Το σύστημα διακυβέρνησης της Τετραρχίας (π. 293-324) χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την πρακτική της δημιουργίας τόπων διαμονής του αυτοκράτορα. Οι πόλεις που ιδρύονταν, ή επανιδρύονταν, ως αυτοκρατορικοί τόποι διαμονής συνήθως εξωραΐζονταν και οικοδομούνταν σε αυτές σημαντικά κτήρια, όπως ανάκτορα, μαυσωλεία ή ιπποδρόμια. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός (β. 285-310) κυβέρνησε από το Μεδιόλανο (σημ. Μιλάνο), ενώ παράλληλα ο Διοκλητιανός είχε ως έδρα τη Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο, ως πρωτεύουσα, προφανώς αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική θέση του[39]. Η θεμελίωση της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε με την έναρξη ενός πολύ μεγάλου πολεοδομικού εγχειρήματος, μεγάλης εμβέλειας. Η πόλη επεκτάθηκε, εντάσσοντας στο Βυζάντιο έκταση περίπου 5000 στρεμμάτων, σε μεγάλο βαθμό μη οικοδομημένη[40]. Παράλληλα, τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α’ (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου[41]. Τα εγκαίνια της πόλης τελέστηκαν με λαμπρότστις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ και ονομάστηκαν γενέθλια. Επιθυμώντας να πυκνώσουν οι οικισμοί της πόλης, μέχρι το 361 ήταν εξασφαλισμένη η δωρεάν παροχή άρτου στους πολίτες που έχτιζαν την κατοικία τους εκεί (panes aedium), ενώ επιπλέον μέτρα πειθαναγκαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονταν προκειμένου να υποχρεώνονται οι ανάδοχοι εδαφών αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας στη Μικρά Ασία να οικοδομήσουν στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, αρκετοί οίκοι παραχωρήθηκαν σε ανώτερους αξιωματούχους της αυλής και χρηματοδοτήθηκαν απευθείας από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο[42]. Σύντομα η πληθυσμιακή ανάπτυξη της πόλης έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να καταργηθούν τα μέτρα που την ευνοούσαν, οδηγώντας παράλληλα σε μεγάλο συνωστισμό ανθρώπων

Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε 14 περιοχές. Το κέντρο του παλαιού Βυζαντίου, το Τετράστωον, μαζί με τον κοντινό ιππόδρομο, επαναπροσδιορίστηκε αρχιτεκτονικά και μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον, προς τιμή της μητέρας του Κωνσταντίνου. Συνδυάστηκε με τον νέο φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, κοντά στον οποίο διακλαδωνόταν η Μέση οδός, ο κύριος οδικός άξονας της πόλης που οδηγούσε μέχρι την πρώτη Χρυσή Πύλη. Στη δυτική πλευρά του Αυγουσταίου βρισκόταν ο ναός της Θείας Σοφίας, αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, και στα ανατολικά ανεγέρθηκε το πρώτο μέγαρο της Συγκλήτου. Ανατολικά του ιπποδρόμου βρισκόταν το αυτοκρατορικό παλάτι, το οποίο μέχρι τον 6ο αιώνα δεν υπέστη σημαντικές αλλαγές και παρέμενε περιορισμένων σχετικά διαστάσεων. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, μόλις από την ημέρα των εγκαινίων της, ήταν φαινομενικά και επισήμως μια χριστιανική πόλη[44], αν και τα ολιγάριθμα χριστιανικά κτίρια που ανεγέρθηκαν με την ίδρυσή της, μειοψηφούσαν σαφώς σε σχέση με τους ιερούς τόπους της ελληνορωμαϊκής θρησκείας[45]. Στολισμένη με μεγαλοπρέπεια, η Κωνσταντινούπολη διέθετε όλα τα στοιχεία της αστικής ευημερίας, ευνοώντας σε πολιτισμικό επίπεδο τη συγχώνευση των εθίμων, της αρχιτεκτονικής και της τέχνης Δύσης και Ανατολής. Αποτέλεσε επίσης εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη

Το 1203, στα πλαίσια της Δ’ Σταυροφορίας, έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β’ στον θρόνο. Στις 13 Απριλίου 1204, εισέβαλαν στην πόλη, η λεηλασία της οποίας διήρκεσε για αρκετά χρόνια. Νέος αυτοκράτορας εκλέχτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας. Η περίοδος της εφήμερης εγκατάστασης της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-61) χαρακτηρίζεται ως η πλέον καταστροφική στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης[46] και ειδικότερα η λεηλασία της πόλης ως άνευ προηγουμένου[52]. Ενδεικτικές πληροφορίες για τις εκτεταμένες καταστροφές, πυρπολήσεις και λεηλασίες ναών, ανακτόρων, μνημείων και κεντρικών συνοικιών αντλούμε από το χρονικό του Γουλιέλμου Βιλλαρδουίνου (π. 1160-1213), καθώς και από το έργο του ιστορικού και αυτόπτη μάρτυρα Νικήτα Χωνιάτη[53]. Πληθώρα τόπων λατρείας παραχωρήθηκαν στο λατινικό δόγμα, καθώς και στον φραγκικό και ενετικό κλήρο, καθώς, σε ευρεία κλίμακα, επιχειρήθηκε η εγκαθίδρυση του λατινικού δόγματος στην άλλοτε μητρόπολη της Ορθοδοξίας[54]. Λατίνοι ιερείς από τη Γαλλία, τη Φλάνδρα και την Ιταλία, ανέλαβαν τη λειτουργία των εκκλησιών της πόλης. Την ίδια περίοδο, η ενετική συνοικία επεκτάθηκε, οχυρώθηκε και έλαβε τον χαρακτήρα ξεχωριστής υπερπόντιας αποικίας[54], ενώ ταυτόχρονα σημειώθηκε μαζική έξοδος του ελληνικού στοιχείου. Η γενική αραίωση του πληθυσμού δεν εξισορροπήθηκε από τη λατινική μετανάστευση που ξεκίνησε το 1204[55]. Το 1261, η Κωνσταντινούπολη επανακτήθηκε από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο (1259-82) και τις επόμενες δεκαετίες επιχειρήθηκε ένα νέο πρόγραμμα ανοικοδόμησης, σηματοδοτώντας μια στροφή στη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Προωθήθηκαν ειδικά μέτρα για την επιστροφή του πληθυσμού από τα προάστια και εν γένει υποστηρικτικές δράσεις για την αποκατάσταση της εικόνας της πόλης. Προωθήθηκαν επίσης αμυντικά έργα, τα οποία κρίνονταν απαραίτητα, με δεδομένη την πολύ κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν τα τείχη της πόλης, ως αποτέλεσμα της έλλειψης φροντίδας κατά τα προηγούμενα έτη[56]. Κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων, το πολιτικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης μετακινήθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών. Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων, η ήδη συρρικνωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε επισφαλή θέση, γνωρίζοντας απειλές τόσο από τη Δύση όσο και από τη Μικρά Ασία, με τη σταδιακή ανάδειξη των Οθωμανών ως της κυρίαρχης δύναμης στην περιοχή. Παρά την οικοδόμηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε παρηκμασμένη, γεμάτη ερείπια και μεγάλες ερημωμένες εκτάσεις[46]. Ο περιηγητής στην πόλη, την περίοδο 1432-33, Μπερτραντόν ντε λα Μπροκιέρ, αναφέρεται στους άδειους χώρους της πόλης οι οποίοι, όπως περιγράφει, εκτείνονταν σε μεγαλύτερη επιφάνεια από εκείνους που είχαν κτιστεί[57]. Ανάλογη περιγραφή παραδίδεται από τον Ρουί Γκονζάλες ντε Κλαβίχο, στις αρχές του 15ου αιώνα, ο οποίος διακρίνει επιπλέον το τμήμα της θαλάσσιας ακτής ως πιο πυκνοκατοικημένο, ενώ συγχρόνως σημειώνει τα ερείπια των άλλοτε επιβλητικών εκκλησιών και μοναστηριών της πόλης[58].

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Τον Απρίλιο του 1453 ξεκίνησε η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’. Είχε προηγηθεί η αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης της πόλης το 1422, από τον σουλτάνο Μουράτ Β’. Παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις μεσαιωνικές πηγές, ο οθωμανικός στρατός φαίνεται πως υπερτερούσε κατά πολύ αριθμητικά[59]. Η τελική επίθεση, κατά την οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου, όταν, παρά την αντίσταση των αμυνόμενων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην πόλη και την κατέλαβαν. Είχαν προηγηθεί συνολικά 54 ημέρες πολιορκίας[60]. Μετά από τριήμερη λεηλασία της πόλης[61], ο σουλτάνος, επιθυμώντας να περιορίσει την περαιτέρω καταστροφή της μελλοντικής πρωτεύουσάς του[62], διέταξε την παύση της και πραγματοποίησε την εθιμοτυπική και μεγαλοπρεπή είσοδό του στην πόλη. Ο Μωάμεθ Β’ επιχείρησε να ενισχύσει τον πληθυσμό της πόλης, μετακινώντας αναγκαστικά κατοίκους από άλλες περιοχές που είχε κατακτήσει, όπως την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλονίκη και ελληνικά νησιά[63]. Πριν την αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε φιρμάνια για τη μετακίνηση στην πόλη μουσουλμανικών, χριστιανικών και εβραϊκών οικογενειών, από την περιοχή της Ρούμελης και της Ανατολίας[17][64]. Η αναγκαστική μετοίκηση εξυπηρετούσε πληθώρα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αναγκών, όπως την αποκατάσταση της ευημερίας σε μια προηγουμένως παρηκμασμένη πόλη, τη δημιουργία πλούτου και την αποτροπή εξεγέρσεων απομονωμένων κοινοτήτων. Σύμφωνα με απογραφή του 1477, η Ιστανμπούλ αριθμούσε εκείνη την εποχή 16.324 νοικοκυριά[65], με το μουσουλμανικό και χριστιανικό στοιχείο να αντιστοιχούν περίπου στο 60% και 22% του συνολικού αριθμού (αρχεία Topkapi Sarayi, D 9524)[17]. Αν και οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό της πόλης διαφέρουν σημαντικά, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως κατά το 16ο αιώνα είχε αυξηθεί σημαντικά.

Μέλημα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ ήταν επίσης η οικοδόμηση της πόλης, με χαρακτηριστικά έργα την αποκατάσταση των τειχών, τη δημιουργία μιας οχυρωμένης θέσης (Yedikule), καθώς και την ανέγερση παλατιού στο κέντρο της πόλης. Για το έργο αυτό χρησιμοποίησε Έλληνες δούλους, έναντι σημαντικής αμοιβής με την οποία αργότερα ήταν σε θέση να κερδίσουν την ελευθερία τους και να εγκατασταθούν στην πόλη[66]. Εκτός από το παλάτι, το σημαντικότερο ίσως κτίριο που ανεγέρθηκε από τους Οθωμανούς κατακτητές ήταν το τζαμί του σουλτάνου, που κτίστηκε την περίοδο 1462-70 αλλά καταστράφηκε από σεισμό το 1766. Πληθώρα μεγαλοπρεπών τζαμιών συνέβαλαν σταδιακά στη διαμόρφωση του αρχιτεκτονικού ύφους της Κωνσταντινούπολης. Διοικητικά, η οθωμανική πόλη χωρίστηκε σε τέσσερις ενότητες: το κέντρο της Κωνσταντινούπολης (Σταμπούλ) και τις τρεις περιοχές του Γαλατά, του Εγιούπ (Χάσια) και του Ουσκουντάρ (Σκούταρι). Η αναδιάρθρωση της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης βασίστηκε, εν γένει, στην πεποίθηση πως έπρεπε να διαπνέεται από το πνεύμα του Ισλάμ, αποκτώντας τον χαρακτήρα μιας ιερής ισλαμικής πόλης. Συνολικά, τα επόμενα χρόνια, η πόλη γνώρισε μια μακρά περίοδο ανάπτυξης, με μοναδικές εξαιρέσεις τις φυσικές καταστροφές — κατά κύριο λόγο πυρκαγιές και σεισμοί — και τις επιδημίες που την έπληξαν στο πέρασμα του χρόνου. Το εκτεταμένο πρόγραμμα επανεποικισμού και οικοδόμησης έθεσε τα θεμέλια για τη μεταμόρφωση της άλλοτε ερημωμένης πόλης σε μια οικουμενική αυτοκρατορική πρωτεύουσα, η οποία διέφερε σε χαρακτήρα και εμφάνιση από την αντίστοιχη βυζαντινή[67]. Κατά την περίοδο του Σουλεϊμάν Α΄, έφθασε στο απόγειο της αίγλης της[68].

Στις αρχές του 19ου αιώνα χρονολογείται μία ακόμα σημαντική εξέλιξη στην ιστορία της οθωμανικής Κωνσταντινούπολης, συνυφασμένη με την εποχή του τανζιμάτ, δηλαδή της αναδιοργάνωσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία συνοδεύτηκε από σοβαρές αναταραχές, όπως τη σφαγή των Γενιτσάρων στον Ιππόδρομο το 1826. Ενώ με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821 για πρώτη φορά η οθωμανική εξουσία διέταξε την άμεση εκτέλεση προσώπων που διαδραμάτιζαν ισχυρό ρόλο, όπως του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Μεγάλου Διερμηνέα, με τους συνεπαγόμενους διωγμούς κατά της ελληνικής κοινότητας της πόλης. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται γενικά ως η περίοδος κατά την οποία επιχειρήθηκε ο μετασχηματισμός της πόλης σε μία δυτικού τύπου πρωτεύουσα. Το 1870 επεκτάθηκε έως την Κωνσταντινούπολη ο ευρωπαϊκός σιδηρόδρομος, ενώ και άλλες σημαντικές δημόσιες υποδομές ολοκληρώθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού, όπως η υπόγεια σήραγγα μεταξύ Γαλατά και Πέραν (1873), σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικό δίκτυο. Την ίδια περίπου περίοδο, και μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης σημείωσε σημαντική αύξηση από 385.000 το 1885 σε 560.000 το 1914[69].

Νεότερη ιστορία

To 1908 η πόλη καταλήφθηκε από τον στρατό του κινήματος των Νεότουρκων, και ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ εκθρονίστηκε. H Επανάσταση των Νεότουρκων επιτάχυνε τη διαδικασία προσαρμογής της πόλης στα δυτικά πρότυπα[70], η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1839 και τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, με τη μεταρρύθμιση που ονομάστηκε Τανζιμάτ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912-13), αποτράπηκε η κατάληψή της από τον βουλγαρικό στρατό, η πορεία του οποίου ανακόπηκε στα προάστια της πόλης. Στο διάστημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου βρισκόταν σε αποκλεισμό και με το πέρας του πολέμου ετέθη υπό βρετανική, γαλλική και ιταλική κατοχή μέχρι το 1923[46]. Με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, ο τελευταίος οθωμανός σουλτάνος, Μεχμέτ Στ’, εγκατέλειψε την πόλη το 1922. Παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη έχασε την ηγεμονία που διατηρούσε για περισσότερο από μία χιλιετία, καθώς πρωτεύουσα της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης είχε μειωθεί δραστικά, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εκατό ετών[71]. Παρέμεινε αλώβητη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς να υποστεί ζημιές, χάρη στην ουδέτερη στάση της Τουρκίας. Την περίοδο που ακολούθησε, ο πληθυσμός της σημείωσε πολύ μεγάλη αύξηση, λόγω της μετακίνησης μεγάλου τμήματος αγροτικού πληθυσμού στην πόλη προς εύρεση εργασίας. Από την άλλη πλευρά η ελληνική κοινότητα της πόλης συρρικνώθηκε δραματικά ύστερα από διαδοχικούς διωγμούς, με πιο αξιοσημείωτο από αυτούς τα Σεπτεμβριανά του 1955. H Ισταμπούλ μεταμορφώθηκε με την κατασκευή της πρώτης κρεμαστής γέφυρας του Βοσπόρου (1973), η οποία ένωσε τις ευρωπαϊκές με τις ασιατικές συνοικίες της πόλης μέσα από ένα νέο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, επιτρέποντας παράλληλα μεγάλες μετακινήσεις μεταναστών από την Ανατολία. Η πληθυσμιακή έκρηξη που παρατηρήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, συνοδεύτηκε από προβλήματα μόλυνσης, υπερπληθυσμού ανά περιοχές, πολεοδομικής αναρχίας και ανεπάρκειας υπηρεσιών[46].

Πολεοδομική διάρθρωση

Άποψη της Κωνσταντινούπολης από τον Βόσπορο.

Η Κωνσταντινούπολη είναι η πρώτη σε πληθυσμό πόλη της Τουρκίας με περίπου 12.000.000 κατ. Βρίσκεται ακριβώς επί του 41ου βόρειου παραλλήλου και χωρίζεται σε τρεις κύριες περιοχές. Η πρώτη αποτελεί ουσιαστικά την παλαιά πόλη — γνωστή και ως Σταμπούλ [Stamboul] — που εκτείνεται στην ιστορική τριγωνική χερσόνησο του Βυζαντίου και περιλαμβάνει τις περιοχές Εμινονού (τουρκ. Eminönü) και Φατίχ (τουρκ. Fatih). Βρίσκεται νότια του Κεράτιου κόλπου, στη λεγόμενη ευρωπαϊκή πλευρά, και αποτελεί το πλέον πυκνοκατοικημένο τμήμα της πόλης. Η χερσόνησος περιβάλλεται από τη θάλασσα του Μαρμαρά στα νότια, και από τον πορθμό του Βοσπόρου στα ανατολικά. Κτισμένη σε λοφώδες έδαφος, διαιρείται σε πολυάριθμες συνοικίες. Οι επτά λόφοι που της έδωσαν και την ονομασία Επτάλοφος υψώνονται κλιμακωτά και χωρίζονται με μικρές κοιλάδες, ενώ στις κορυφές τους ξεχωρίζουν σπουδαία τζαμιά.

Η δεύτερη κύρια περιοχή της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στα βόρεια/ανατολικά του Κεράτιου κόλπου, επίσης στο ευρωπαϊκό τμήμα της πόλης, και περιλαμβάνει τις ιστορικές συνοικίες Μπέηογλου και Μπεσικτάς. Διακρίνεται για τα σύγχρονα οικοδομήματά της και ειδικότερα η περιοχή του Μπέηογλου χαρακτηρίζεται ως η μοντέρνα Ισταμπούλ[46]. Οι δύο περιοχές, που χωρίζονται από τον Κεράτιο κόλπο, ενώνονται με δύο γέφυρες: τη νεότερη γέφυρα του Γαλατά και τη γέφυρα Ατατούρκ. Ο Γαλατάς υπήρξε σημαντικό εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας, έδρα εμπορικών και τραπεζιτικών καταστημάτων, του τελωνείου και πρακτορείων ατμοπλοϊκών και ασφαλιστικών εταιριών[72].

Ως τρίτη κύρια περιοχή λογίζονται τα προάστια στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν οι περιοχές Σκούταρι (αρχ. Χρυσόπολις, τουρκ. Uskudar) και Χαλκηδόνα (τουρκ. Kadıköy). Το Σκούταρι διακρίνεται για τα πολυάριθμα τεμένη, τους μενδρεσέδες και τα ασκητήρια των δερβισσών. Στα ευρύτερα όρια του δήμου της Κωνσταντινούπολης υπάγονται επίσης τα Πριγκιπονήσια (τουρκ. Adalar), μια ομάδα εννέα μικρών νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά και σε απόσταση περίπου 18-25 χλμ. νοτιοανατολικά του κέντρου της πόλης.

Η Κωνσταντινούπολη είναι το σημαντικότερο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Τουρκίας. Η ιδέα της συλλογής και διατήρησης αρχαιοτήτων αναπτύχθηκε στην πόλη κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων ανάλογων μουσείων, που ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το 1876, ο οικίσκος Τσινιλί (τουρκ. Çinili Köşk) στο ανάκτορο του Τοπκαπί μετατράπηκε σε αρχαιολογικό μουσείο, υπό τη διεύθυνση του Φιλίπ Αντον Ντετιέρ. Τον διαδέχτηκε ο Οζμάν Χαμντί μπέης, ο οποίος οργάνωσε και τις πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές στην πόλη[85]. Το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ισταμπούλ, που περιλαμβάνει επίσης συλλογές ισλαμικής τέχνης, είναι ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του είδους στον κόσμο, και διαθέτει περισσότερα από 1.000.000 εκθέματα[86], από τον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας. Στη νεότερη ιστορία της, η καλλιτεχνική ζωή της Ισταμπούλ δέχθηκε σημαντικές ευρωπαϊκές επιρροές, με ορόσημο τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ. Οι ευρωπαϊκές αντιλήψεις για την τέχνη και τη διδασκαλία της ξεκίνησαν να υιοθετούνται το 1883, με την ίδρυση της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών από τον Χαμντί, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων όπως η σχολή καλών τεχνών του Παρισιού. Η Αυτοκρατορική Ακαδημία υπήρξε το επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης, ενώ μέχρι το 1932 αποτελούσε το μοναδικό καλλιτεχνικό κέντρο με ευρωπαϊκό προσανατολισμό στην Τουρκία[85].

Στον 20ό αιώνα, αυξήθηκε ο αριθμός των Τούρκων ζωγράφων και γλυπτών που εκπαιδεύτηκαν στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα ευρωπαίοι καλλιτέχνες συνέχισαν να επισκέπτονται την Ισταμπούλ και να αναλαμβάνουν την οργάνωση και διεύθυνση τμημάτων σε ακαδημίες. Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή τέχνη προωθήθηκε σε εθνικό επίπεδο περισσότερο από παραδοσιακές μορφές τέχνης, όπως η αραβική καλλιγραφία, η οποία δέχθηκε πλήγμα με την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου το 1928. Τα μνημεία και οι συλλογές της πόλης αναζωογονήθηκαν όταν πρωτεύουσα της Τουρκίας ανακηρύχθηκε η Άγκυρα. Το 1924, οι πλούσιες συλλογές του Τοπκαπί έγιναν προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, ενώ το 1935 η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε μουσείο. Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναστύλωσης της Μονής της Χώρας, με αποκατάσταση των περίφημων ψηφιδωτών της, διήρκεσε από το 1948 μέχρι το 1958, όταν και μετατράπηκε επίσης σε μουσείο.

Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Κωνσταντινούπολης (τουρκ. İstanbul Modern Sanat Müzesi) εγκαινιάστηκε το 2004 και φιλοξενεί σήμερα σημαντικά έργα μοντέρνας τέχνης, στη ζωγραφική, στη γλυπτική και στη φωτογραφία. Το κίνημα του μοντερνισμού ενισχύθηκε αρχικά το 1937 με την ίδρυση του Μουσείου Ζωγραφικής και Γλυπτικής στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε. Η τέχνη της φωτογραφίας έκανε την εμφάνισή της στην Ισταμπούλ κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1840, με τη λειτουργία των πρώτων εργαστηρίων φωτογραφίας από τον Καργόπουλο (1850) και τον γαλλικής καταγωγής Πασκάλ Σεμπά (1857)[85].

Ως το πρώτο πραγματικό οθωμανικό θέατρο[87], καταγράφεται το Γαλλικό Θέατρο (τουρκ. Franciz Tiyatrosu), που χτίστηκε το 1840 στην περιοχή Μπέηογλου από τον ιταλικής καταγωγής Τζουστινιάνι, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε αργότερα ο ιταλός ταχυδακτυλουργός Μπόσκο. Την ίδια περίοδο, στο θέατρο εκτελέστηκαν γαλλικές παραγωγές και έργα όπερας για μικτό κοινό, αποτελούμενο τόσο από οθωμανούς όσο και ξένους[88]. Το 1844, τη διεύθυνσή του ανέλαβε ο συριανής καταγωγής ηθοποιός και επιχειρηματίας Μιχάιλ Ναούμ και μετονομάστηκε σε Θέατρο Ναούμ. Καταστράφηκε από φωτιά το 1846 και αποκαταστάθηκε με συνεισφορά του σουλτάνου[89] Θεατρικές παραστάσεις, όπερες και άλλα έργα συνέχισαν να παίζονται στο ίδιο θέατρο μέχρι το 1870, όταν καταστράφηκε για δεύτερη φορά από φωτιά. Με τη μεταρρύθμιση του Τανζιμάτ, αρκετοί ακόμα θεατρικοί χώροι έκαναν την εμφάνισή τους. To πρώτο θέατρο με παραστάσεις στην οθωμανική τουρκική γλώσσα, που ονομάστηκε Οθωμανικό Θέατρο (τουρκ. Tiyatro-i Osmani), ιδρύθηκε το 1867 και λειτούργησε μέχρι το 1885, όταν κάηκε ολοσχερώς[88]. Ιδιωτική όπερα λειτούργησε επίσης στο παλάτι Ντολμάμπαχτσε του σουλτάνου, με έργα κυρίως του ιταλικού ρεπερτορίου, μέχρι το 1864. Οπερατικές παραγωγές παρουσιάστηκαν ακόμα, από το 1889 μέχρι το 1908, σε θέατρο που ίδρυσε ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ στο ανάκτορο Γιλντίζ. Η νεότερη δημοτική όπερα άρχισε να λειτουργεί το 1968 ως τμήμα του Παλατιού Πολιτισμού της Ισταμπούλ (τουρκ. Istanbul Kültür Sarayi), ωστόσο καταστράφηκε από φωτιά δύο χρόνια αργότερα. Το θέατρο λειτούργησε ξανά το 1977, ως Πολιτιστικό Κέντρο Ατατούρκ (τουρκ. Atatürk Kültür Merkezi). Στο ετήσιο πρόγραμμα της σύγχρονης δημοτικής συμφωνικής ορχήστρας της Ισταμπούλ περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία τουρκική όπερα[89].

Η πόλη διοργανώνει ορισμένες αξιοσημείωτες διεθνείς εκθέσεις και φεστιβάλ, όπως είναι η Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κωνσταντινούπολης, το διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής και το διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ. Το 2010 έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, από κοινού με το Πεκς της Ουγγαρίας και το Έσσεν της Γερμανίας. Πανοραμική εικόνα της Κωνσταντινούπολης από τον πύργο του Γαλατά κατά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η φωτογραφία [90] έχει ληφθεί από την φωτογραφική εταιρία Sébah & Joaillier από τον Πύργο, πιθανότατα κατά την δεκαετία του 1880.

Σημαντικότερα αξιοθέατα

H Αγία Σοφία σήμερα

Αρχαιολογικό Μουσείο και ανατολικά

Επί της παλαιάς πόλης και της περιοχής Εμινονού (τουρκ. Eminönü) βρίσκεται το πολυτελέστατο ανάκτορο Τοπ Καπί, που υπήρξε επίσημη κατοικία σουλτάνων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βορειότερα βρίσκεται το το Τσινιλί Κιοσκ που στεγάζει σήμερα μουσείο κεραμικής.

Σε μικρή απόσταση από το Τοπ Καπί δεσπόζει η Αγία Σοφία (τουρ. Ayasofya Müzesi) με τους τέσσερεις μιναρέδες, δίπλα από την περιοχή του παλαιού ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης (At Meydanı) που σήμερα αποτελεί δημόσιο πάρκο και ονομάζεται επίσης πλατεία Σουλτάν Αχμέτ. Στον χώρο ξεχωρίζουν οι οβελίσκοι του Θεοδόσιου Α’ και του Κωνσταντίνου Ζ’, καθώς και η Στήλη των Όφεων. Στη βόρεια είσοδο του ιπποδρόμου είναι κτισμένο το λεγόμενο Γερμανικό Συντριβάνι, με στοιχεία νεοβυζαντινής αρχιτεκτονικής, που υπήρξε έργο της γερμανικής κυβέρνησης για τον εορτασμό της επίσκεψης του αυτοκράτορα Βίλχελμ Β’ στην πόλη. Έναντι του συντριβανιού, και νοτιοδυτικά της Αγίας Σοφίας, βρίσκεται το τζαμί του Σουλτάνου Αχμέτ, κοινώς γνωστό ως Μπλε Τζαμί, που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της ισλαμικής αρχιτεκτονικής. Οικοδομήθηκε το 1610 από τον Σουλτάν Αχμέτ τον Α΄, και για την κατασκευή του ξοδεύτηκαν τόσο πολλά χρήματα, που ο Αχμέτ κατέφυγε μετά σε βαριά φορολόγηση του λαού για να ξαναγεμίσει το κρατικό ταμείο. Είχε ασχοληθεί προσωπικά με το οκοδόμημα και πήγαινε κάθε Παρασκευή και πλήρωνε τους εργάτες. Τα πιο πολύτιμα υλικά για το τέμενος μεταφέρθηκαν εκεί από τη λεηλατημένη Αλεξάνδρεια της Τρωάδας. Εκεί οι Τούρκοι ύψωσαν το 1828 τη νέα σημαία τους συμβολικά, για να επισφραγίσουν την κατάργηση της παντοδυναμίας των Γενιτσάρων.

Τα τείχη του Θεοδοσίου του Β΄

Στο Τσεμπερλί Τας υπάρχει η “κεκαυμένη στήλη”. Αυτή αποτελείται από οκτώ μεγάλα τεμάχια λίθων από πορφυρίτη και είχε ύψος 40 μέτρων. Είχε πρωτοαφιερωθεί στους Δελφούς και επάνω έφερε άγαλμα του Απόλλωνα, όμως μεταφέρθηκε στη Ρώμη κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Επάνω της τοποθετήθηκε άγαλμα του Μεγάλου Κωνσνταντίνου που καταστράφηκε από κεραυνό την εποχή του Αλεξιου του Κομνηνού.

Σημαντικό αξιοθέατο είναι επίσης το τέμενος του Σουλεϊμάν, αφιερωμένο στον Σουλεϊμάν Α’ τον Μεγαλοπρεπή. Χτίστηκε στο διάστημα 1550-1557 και θεωείται αριστουργημα του τότε σημαντικού αρχιτέκτονα Σινάν. Τα υλικά για αυτό είχαν μεταφερθεί από την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Οι κίονες και μεγάλο μέρος του υλικού πάρθηκαν από το ναό της Αγίας Ευφημίας στη Χαλκηδόνα και από το Παλιό Παλάτι.

Βόρεια της Αγίας Σοφίας συναντάται ο ναός της Αγίας Ειρήνης, με τυπικά χαρακτηριστικά ρωμαϊκής βασιλικής, που λειτουργεί επίσης ως μουσείο. Χτίστηκε απο τον Μεγάλο Κωνσνταντίνο στην θέση παλιού αρχαίου ναού που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ειρήνη και αρχικά ο χριστιανικός ναός αφιερώθηκε “στην του Θεού Ειρήνη” και όχι στην Αγία Ειρήνη (μεγαλομάρτυς) που μαρτύρησε πιθανόν στην Περσία ίσως το 315). Η εκκλησία για κάποια χρόνια λειτούργησε ως Πατριαρχείο. Εκεί έγινε το 482 μ.Χ. η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος. Η εκκλησία ήταν μεταξύ των κτισμάτων που πυρπολήθηκαν κατά τη Στάση του Νίκα το 532. μ.Χ. και ξανακτίσθηκε από τον Ιουστινιανό. Μετά την κατάληψη της Πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα ο ναός μετεβλήθη σε οπλαποθήκη και μετά λειτούργσε ως μουσείο, διακοσμημένο με ξίφη γενιτσάρων. Στη συνέχεια αυτά μεταφέρθηκαν στην Άγκυρα και από εκεί στο Μέγαρο Αθλητισμού.

Άξια αναφοράς είναι επίσης τα κάστρα κατά μήκος του Βοσπόρου, όπου κυριαρχούν το Ρούμελι Χισάρ στην ευρωπαϊκή Τουρκία, και το Κάστρο της Ανατολίας ή Ανάντολου Χισάρ στην ασιατική ακτή.

Επίσης έχουν ενδιαφέρον τα παράλια τείχη (απο την πύλη του Επταπυργίου μέχρι το Σαράι Μπουρνού) καθώς και τα χερσαία τείχη.

Στο Μπαλουκλή αξίζει κανείς να επισκεφθεί επισης την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής που το νερό της θωείρείται θαυματουργό, όπου ήταν έθιμο ο αυτοκράτορας να γνωρίζει τη μέλλουσα βασίλισσα.

Στη συνοικία Εντιρνέ Καπού (τουρκ. Edirnekapı), σε απόσταση περίπου 150 μ. από το Θεοδοσιανό τείχος, βρίσκεται η Μονή της Χώρας (Καριγιέ Τζαμί), που ανήκει στα σημαντικότερα μνημεία βυζαντινής τέχνης, της μέσης και ύστερης περιόδου της. Άλλοι αξιοσημείωτοι ναοί είναι η Μονή Παμμακάριστου (Φετιγιέ Τζαμί – σήμερα μέρος του μνημείου είναι και μουσείο με σημαντικά ψηφιδωτά), πλησίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και η Μονή των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Κιουτσούκ Αγιασοφιά Τζαμί). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι δύο αγορές: η αιγυπτιακή Μισίρ τσαρσί (τουρκ. Mısır Çarşısı) και η σκεπαστή Καπαλί τσαρσί (τουρκ. Kapalıçarşı) που με έκταση περίπου 200.000 τετραγωνικών μέτρων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου[91].

Σημαντικά αξιοθέατα συναντώνται επίσης στη μοντέρνα πόλη, που οριοθετείται από την περιοχή του Μπέηογλου (παλαιά συνοικία Πέρα). Η γέφυρα του Γαλατά συνδέει την περιοχή αυτή με την παλαιά πόλη, ενώ στη συνοικία του Γαλατά δεσπόζει ο ομώνυμος πύργος (τουρκ. Galata Kulesi), ύψους περίπου 70 μέτρων. Επίκεντρο της μοντέρνας πόλης είναι η πλατεία Ταξίμ, ή Πλατεία Ανεξαρτησίας, που αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο με πολυάριθμα κέντρα διασκέδασης. Στη συνοικία Χαρμιγιέ (τουρκ. Harbiye), σε σχετικά μικρή απόσταση από την πλατεία Ταξίμ, βρίσκεται το Στρατιωτικό Μουσείο (τουρκ. Askeri Müze), με εκθέματα από όλες τις περιόδους της στρατιωτικής ιστορίας της Τουρκίας. Στην περιοχή Μπέιογλου βρίσκεται το σύμπλεγμα του Κιλίτς Αλί Πασά (τουρκ. Kılıç Ali Paşa Külliyesi), που περιλαμβάνει τζαμί, μεντρεσέ, χαμάμ, μικρό μαυσωλείο και συντριβάνι, χτισμένο κατ’ εντολή του Κιλίτζ Αλή Πασά. Σημαντικότερο ίσως αξιοθέατο της περιοχής είναι το παλάτι Ντολμάμπαχτσε, μαζί με το ομώνυμο τζαμί και τον μπαρόκ ρυθμού Πύργο του Ρολογιού. Αξιόλογα ανάκτορα είναι επίσης το Μπεηλέρμπεη, στην ομώνυμη συνοικία, και το Κιουτσιουκσού στη συνοικία Μπεϊκόζ, που βρίσκονται επί της ασιατικής πλευράς του Βοσπόρου, όπως και τα παλάτια Γιλντίζ, στην περιοχή Μπεσικτάς, και Σιραγάν, μεταξύ της Μπεσικτάς και της συνοικίας Ορτάκιοϊ.

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Γρηγόριος Ε΄ (174610 Απριλίου 1821) διετέλεσε τρεις φορές Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, (17971798, 18061808 και 18181821). Αναγνωρίστηκε εθνομάρτυρας, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς, του βοσκού στο επάγγελμα Ιωάννου και της Ασημίνας Αγγελοπούλου. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1765 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια όπου μαθήτευσε παρά τον Δημήτριο Βόδα, ιεροκήρυκα από τα Ιωάννινα. Το 1767 μετέβη στη Σμύρνη όπου ένας θείος του που υπηρετούσε νεωκόρος στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Σμύρνης, τον βοήθησε να σπουδάσει στο περιώνυμο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία ο Γιώργιος Αγγελόπουλος είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, αποσύρθηκε στις Στροφάδες και στην εκεί Μονή του Αγίου Διονυσίου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το ιερατικό του όνομα Γρηγόριος.

Στη συνέχεια ο Γρηγόριος αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, υπό τους Δανιήλ Κεραμέα και Βασίλειο Κουταληνό επέστρεψε στη Σμύρνη, κατόπιν πρόσκλησης του τότε Μητροπολίτη Σμύρνης Προκόπιου, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν ανέλαβε πρωτοσύγκελος Σμύρνης, θέση που διατήρησε μέχρι το 1785.

Κατά την περίοδο της Διακονίας και Αρχιδιακονίας του στη Σμύρνη, ο Γρηγόριος διατηρούσε αλληλογραφία με τον εκ Δημητσάνας επίσκοπο Μεθώνης Άνθιμο Καράκολο, γνωστό υποκινητή της περιοχής στην ανεπιτυχή επανάσταση των Ελλήνων στα Ορλωφικά.

Η Σμύρνη σε γκραβούρα του 1876

Από την αλληλογραφία εκείνη σώθηκε μια πολύτιμη ιστορικά επιστολή του με ημερομηνία 4 Αυγούστου του 1778 όπου θλιμμένος από την ατυχή έκβαση εκείνης της εξέγερσης ενημερώνει τον Άνθιμο ότι 60.000 περίπου Έλληνες από την Πελοπόννησο, μετά τις εκτεταμένες καταστροφές που τους προξένησαν Αλβανοί, έχουν καταφύγει πρόσφυγες στη Σμύρνη και στις γύρω περιοχές οι οποίοι και έγιναν πρόθυμα δεκτοί από τους Αγάδες ως εργάτες, επιτρέποντάς τους να δημιουργήσουν οικισμούς, εκκλησίες κ.λπ. και παράλληλα, απαλλαγή φόρων για μια δεκαετία. Πολλοί δε εξ αυτών άρχισαν ν΄ αναπτύσσουν εμπόριο και μέσα στη Σμύρνη [εκκρεμεί παραπομπή].

Το 1785 ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Πατριαρχίες

Πρώτη Πατριαρχία – εξορία

Η είσοδος του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι

Την 1η Μαΐου του 1797, παραιτούμενος ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Γεράσιμος Γ΄ (1791-1797) λόγω γήρατος διάδοχός του εξελέγη ομόφωνα ο από Σμύρνης μητροπολίτης Γρηγόριος, όπου και ανέλαβε στις 9 Μαΐου 1797 ως Γρηγόριος Ε΄.

Η πατριαρχία του συνέπεσε σε μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Τα κηρύγματα του Ρήγα Φεραίου άρχιζαν να καλλιεργούν επαναστατικές δράσεις. Παρά ταύτα ο Γρηγόριος αντιμετωπίζοντας με φρόνηση την κατάσταση ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την κοινωνική δράση προς ανόρθωση της Εκκλησίας και της χριστιανικής κοινωνίας, προχωρώντας και στον έλεγχο κάποιων επισκόπων. Εκτός από τα κηρύγματα του Θείου Λόγου, που επιδιδόταν ο ίδιος, μερίμνησε για την παιδεία, ίδρυσε σχολεία, καθώς και το Πατριαρχικό Τυπογραφείο από το οποίο και εξέδωσε πλείστα βιβλία. Ο Πατριάρχης τέθηκε επικεφαλής εκστρατείας εναντίον των διαφωτιστικών ιδεών αφορίζοντας πρόσωπα όπως ο Ρήγας Φεραίος, καταδικάζοντας τα νεωτερικά ρεύματα ιδεών και απειλώντας με αφορισμό όσους διάβαζαν ύποπτα βιβλία.[1]

Σημειώνεται ότι κατά το έτος της εκλογής του, ο Μέγας Ναπολέων είχε καταλάβει τα Επτάνησα (Γαλλοκρατία των Επτανήσων) και είχε εισβάλει στην τουρκοκρατούμενη τότε Αίγυπτο. Στην εξέλιξη εκείνη ο Τσάρος Παύλος Α΄ της Ρωσίας συμμάχησε με τον Σουλτάνο επί μια διετία (1798-1799). Τότε πολλοί Έλληνες είχαν καταληφθεί υπό άκρατο ενθουσιασμό, ο δε Γρηγόριος με διάφορους απεσταλμένους συνέγερνε με εγκυκλίους του τους Έλληνες κατά των Γάλλων κατηγορώντας τους για μη σωστή διοίκηση και προσβολή της Ορθοδοξίας. Με μια τέτοια εγκύκλιο είχε εφοδιασθεί και ο Ρώσος ναύαρχος Θεόδωρος Ουσάκωφ στην κατάληψη των Επτανήσων, που τα κατέλαβε το 1799, ενώ χαρακτηριστική υπήρξε η σφαγή των Γάλλων στη μάχη της Νικόπολης το 1798 από τουρκικά στρατεύματα υπό τον Αλή Πασά.

Παράλληλα όμως, προς την καταστολή του γενικότερου επαναστατικού οργασμού των Ελλήνων, συνελήφθη ο Ρήγας Φεραίος και θανατώθηκε. Ακολούθως, μετά και την αποτυχία του Βοναπάρτη, η Ρωσία διέκοψε τη φιλική στάση της προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία με συνέπεια ο Γρηγόριος να φανεί έκθετος επί του συνεχιζόμενου αναβρασμού.

Επωφελούμενοι της κατάστασης εκείνης οι επίσκοποι που είχαν προηγουμένως δεχθεί την αυστηρότητα του Γρηγορίου διέβαλαν αυτόν στον Σουλτάνο Σελίμ Γ΄ ως υποκινητή, γεγονός που εξανάγκασε τον τελευταίο να διατάξει την καθαίρεση και εξορία του Γρηγορίου στη Χαλκηδόνα. Έτσι το 1798 εκθρονίστηκε, (ο ίδιος κατά τους τύπους παραιτήθηκε) και εξορίστηκε, αρχικά στη Χαλκηδόνα μετά από μερικούς μήνες στη Δράμα Μακεδονίας για να καταλήξει στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, όπου και παρέμεινε επί μια επταετία. Στη δε θέση του, Πατριάρχης ανέλαβε ο προηγουμένως εκδιωχθείς Νεόφυτος Ζ΄.

Άποψη της Μονής Ιβήρων

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άγιο Όρος, ο Γρηγόριος επιδόθηκε στη μελέτη ιερών κειμένων και επισκεπτόμενος τις διάφορες Μονές δίδασκε τους μοναχούς, παρακολουθώντας όμως και τα διάφορα γεγονότα που συνέβαιναν τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Κωνσταντινούπολη που διαμόρφωναν νέες εξελίξεις, ιδιαίτερα το 1805, κατά την ένταση του Ρωσο-Γαλλικού ανταγωνισμού.

Ήδη από τον Απρίλιο του έτους εκείνου, όπου οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν συνασπιστεί κατά του Ναπολέοντα, στη Κωνσταντινούπολη είχαν αναπτυχθεί ειδικά από τους Φαναριώτες δύο πολιτικές μερίδες, η φιλορωσική και η φιλογαλλική. Μετά δε και την μάχη του Αούστερλιτς, επικράτησε η φιλογαλλική μερίδα που ενισχύονταν ιδιαίτερα από τον τότε Γάλλο πρέσβη Οράτιο Σεβαστιάνη ο οποίος και έχαιρε της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης του Σουλτάνου.

Με την παρέμβαση αυτού αντικαταστάθηκαν το 1806, ως ρωσόφιλοι, οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης και Κωνσταντίνος Υψηλάντης και στη θέση τους ανέλαβαν οι Φαναριώτες (γαλλόφιλοι) Αλέξανδρος Ν. Σούτσος και Σκαρλάτος Καλλιμάχης αντίστοιχα. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους προέτρεψαν τον τότε φερόμενο πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ σε παραίτηση υπέρ του Γρηγορίου, γεγονός που συνέβη στις 22 Σεπτεμβρίου του 1806.

Δεύτερη Πατριαρχία – εξορία

Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1806 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης με την παρουσία του Μ. Διερμηνέα Αλέξανδρου Χαντζερή και του Μ. Λογοθέτη Αλέξανδρου Μάνου και αντιπροσώπων των λαϊκών οργανώσεων επανεξέλεξε ομόφωνα Πατριάρχη τον Γρηγόριο Ε΄ ο οποίος και επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη στις 18 Οκτωβρίου (1806) γενόμενος δεκτός με λαϊκό ενθουσιασμό. Και αυτή όμως η πατριαρχία υπήρξε δυσχερέστατη.

Λίγες ημέρες πριν αναλάβει καθήκοντα η διεθνής σκηνή είχε ανατραπεί. Ο ρωσικός στρατός είχε εισβάλει στη Μολδαβία και τον Δεκέμβριο κηρύχθηκε ο νέος Ρωσικός πόλεμος κατά της Τουρκίας. Μετά και την κατάληψη του Βουκουρεστίου, παραμονή των Χριστουγέννων, από το ρωσικό στρατό, ο Σουλτάνος Σελίμ Γ΄ στις 5 Ιανουαρίου του 1807 κήρυξε επίσημα και εκ μέρους του τον νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Την ημέρα αυτή κάλεσε ο Σουλτάνος τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ να εκδώσει προς όλους τους Έλληνες «εκκλησιαστικόν και συμβουλευτικόν γράμμα» (αντίστοιχο με φετφά) στη δημοτική γλώσσα εναντίον των Ρώσων.

Πράγματι ο Πατριάρχης υπάκουσε στη σουλτανική εντολή και όπως δήλωσε αργότερα φρονώντας την αποφυγή γενικότερης σφαγής των Ελλήνων, όπως είχε σημειωθεί παλαιότερα στα Ορλωφικά καλούσε τους Έλληνες να αποφύγουν κάθε σύμπραξη με τους Ρώσους. Ένα μήνα αργότερα στις 20 Φεβρουαρίου (1807) εμφανίστηκε στην απροετοίμαστη Κωνσταντινούπολη αγγλικός στόλος αξιώνοντας την άμεση διακοπή κάθε σχέσης της Υψηλής Πύλης με την Γαλλία. Τότε στα άμεσα οχυρωματικά έργα που διέταξε η τουρκική κυβέρνηση, ο Γρηγόριος, όχι μόνο προέτρεψε τους Έλληνες στη συμμετοχή της κατασκευής τους, αλλά και ο ίδιος συμμετείχε χειρωνακτικά στην ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης κατἀ τη διάρκεια διαπραγματεύσεων με τον Άγγλο ναύαρχο. [2]. Εκτιμώντας ο Σουλτάνος την κίνηση αυτή τίμησε τον Πατριάρχη με πολλά δώρα, ενώ ο αγγλικός στόλος απέπλευσε άπρακτος.

Και ενώ φαινόταν η αναταραχή να είχε κοπάσει ο Ρώσος ναύαρχος Ντιμίτρι Σενιάβιν περί τον Μάρτιο του 1807 διένειμε προκηρύξεις «Προς τους Χριστιανούς κατοίκους του Οθωμανικού κράτους». Αυτόν ακολουθώντας πιστά και σε συνεννόηση ο Θεσσαλός αρματωλός Νίκος Τσάρας ή Νικοτσάρας προκάλεσε επανάσταση. Εναντίον αυτού ο Σουλτάνος διέταξε τον Αλή Πασά να σπεύσει για την καταστολή. Ο τελευταίος με ορδές Αλβανών κατέλαβε τη Θεσσαλία, ενώ οι Έλληνες επαναστάτες κατέφυγαν στη Σκιάθο όπου συγκροτώντας στόλο με 70 πλοία ενωμένοι και με άλλους επαναστάτες άρχισαν καταδρομικές επιχειρήσεις στις ακτές της Θεσσαλίας, Μακεδονίας, ακόμα και Μικράς Ασίας συνεπικουρούμενοι και από πλοία του αγγλικού στόλου.

Κατά την εξέλιξη αυτή ο Σουλτάνος κάλεσε τον Γρηγόριο Ε΄ όπως προτρέψει τους Έλληνες επαναστάτες να διαλυθούν. Πράγματι στη πατριαρχική εντολή που ακολούθησε οι επαναστάτες υπάκουσαν εκτός τον Νικοτσάρα που παρέμεινε εγκαταλειμμένος στη Σκόπελο.

Στο μεταξύ στις 29 Μαΐου (1807) στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκε πραξικόπημα υπό τον Καμπακτσή Μουσταφά, διοικητή παλαιού στρατού, ο οποίος ως ενάντιος των μεταρρυθμίσεων, καταλαμβάνοντας τα ανάκτορα και θέτοντας τον Σουλτάνο Σελίμ Γ΄ υπό περιορισμό, αναβίβασε στο θρόνο τον ξάδελφο του προηγουμένου Μουσταφά Δ΄. Ένα μήνα περίπου αργότερα η Ρωσία συνομολογεί με την Γαλλία την ιστορική Συνθήκη του Τιλσίτ με την οποία ουσιαστικά δρομολογούταν αφενός ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφετέρου ο απελευθερωτικός αναβρασμός σχεδόν σε όλη τη Βαλκανική.

Αμέσως μετά των παραπάνω άλλοι απεσταλμένοι των Ρώσων μεταβαίνοντας μέσω Σερβίας στον Όλυμπο προκάλεσαν εκεί νέα επανάσταση. Της επανάστασης αυτής ηγήθηκε ο ηρωικός παπάς Ευθύμιος Βλαχάβας οποίος πανέξυπνα συνασπίστηκε με Τούρκους της περιοχής Λάρισας και Τρικάλων κατά του Αλή Πασά. Και σ΄ αυτή την περίπτωση ο Πατριάρχης Γρηγόριος, μετά από αίτημα του Σουλτάνου εξέδωσε ειδικό γράμμα προς τον Ε. Βλαχάβα που πείστηκε τελικά και σταμάτησε την επανάσταση, πλην όμως μετά από προδοσία συνελήφθη ο τελευταίος από τον Αλή Πασά όπου και υπέστη φρικώδη θάνατο στα Ιωάννινα.

Παρά ταύτα η αλλαγή αυτή των Σουλτάνων δεν επηρέασε τον Γρηγόριο Ε΄ που φέρεται να έχαιρε του γενικού θαυμασμού για την έντονη δράση του. Στη διάρκεια δε της δεύτερης αυτής πατριαρχίας του κατόρθωσε να επιτελέσει πολλά έργα της αποστολής του μεταξύ των οποίων ήταν η μέριμνα περί των οικονομικών του Πατριαρχείου, κοινωνική φιλανθρωπία, οργάνωση της εσωτερικής ζωής των μοναστηριών, ρύθμιση ζωής των αρχιερέων και του κλήρου και ιδιαίτερα οι υπέρ της ελληνικής παιδείας και των γραμμάτων ενέργειές του, προκαλώντας ακόμα και τον έπαινο του Αδ. Κοραή που χαιρέτησε τις ενέργειές του ως «επερχόμενην αναγέννησιν της Ελλάδος».

Την λαμπρή του όμως αυτή δράση διέκοψε νέο πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στις 21 Ιουνίου του 1808, αυτή τη φορά από τον Αγά του Ρουτσούκ (Βουλγαρία), τον Μουσταφά Αλεντάρ Πασά, ή Μουσταφά Μπαϊρακτάρ Πασά, ο οποίος υποστηρικτής του Σελίμ Γ΄ καθαίρεσε τον Σουλτάνο Μουσταφά Δ΄. Δεν πρόλαβε όμως να σώσει τον Σελίμ Γ και στο θρόνο αναβίβασε αναγκαστικά τον πρίγκιπα Μαχμούτ, αδελφό του Σουλτάνου Μουσταφά, ως Μαχμούτ Β΄ από τον οποίο και ανέλαβε ο ίδιος δύο ημέρες μετά Μέγας Βεζίρης.

Λίγο αργότερα της ανάληψης των καθηκόντων του ο Μπαϊρακτάρ αξίωσε την άμεση απομάκρυνση του Γρηγορίου του Ε΄. Έτσι ο τελευταίος αναγκάσθηκε σε νέα παραίτηση στις 10 Σεπτεμβρίου (1808) όπου και απομακρύνθηκε στη Μονή Μεταμόρφωσης στην Πρίγκηπο (αρχικός τόπος εξορίας) απ΄ όπου μετά ένα έτος κατέληξε και πάλι στο Άγιο Όρος. Στον δε πατριαρχικό θρόνο τον διαδέχθηκε ο προηγουμένως παραιτηθείς Καλλίνικος Ε΄ Κωνσταντινουπόλεως.

Και κατά τη δεύτερη εξορία του στο Άγιο Όρος ο Γρηγόριος ο Ε΄ επιδόθηκε στις εκεί προσφιλείς του πνευματικές ασκήσεις και μελέτες επί εννέα χρόνια. Από δε το ερημητήριό του όμως δεν έπαψε να παρακολουθεί τα της Εκκλησίας και του Γένους δρώμενα. Περί τα μέσα του 1818 τον επισκέφθηκε ο Ιωάννης Φαρμάκης ανακοινώνοντας σχετικά για τη Φιλική Εταιρεία. Μάλιστα όπως ο ίδιος ο Φαρμάκης αφηγείται «ο πατριάρχης έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν» και «ηυχήθη από καρδίας» υπέρ της επιτυχίας του σκοπού της Εταιρείας. Αρνήθηκε όμως να δώσει τον σχετικό όρκο λέγοντάς του «εμένα μ΄ έχετε που μ΄ έχετε», επικαλούμενος ως κληρικός αδυναμία να ορκιστεί, προσθέτοντας ότι ο όρκος μπορούσε να βλάψει, διότι αν εμφανισθεί το όνομα του Πατριάρχη στα βιβλία της Εταιρείας και αποκαλυφθούν αυτά στη συνέχεια τότε «θέλει κινδυνεύσει ολόκληρον το έθνος του οποίου καίτοι εξόριστος προείχε πάντοτε». Τέλος δε της συνομιλίας εκείνης ο πατριάρχης συμπλήρωσε: «να προσέξωσι πολύ οι Εταίροι, μήπως βλάψωσιν αντί να ωφελήσωσι την Ελλάδα».

Τρίτη Πατριαρχία

Στις 15 Δεκεμβρίου 1818, μετά την παραίτηση του πατριάρχη Κυρίλλου Στ΄ που υπέβαλε την προηγουμένη ημέρα, πατριάρχης εξελέγη για τρίτη φορά ο Γρηγόριος Ε΄ ο οποίος και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, ένα μήνα μετά, στις 14 Ιανουαρίου του 1819 όπου και ανέλαβε καθήκοντα. Πρώτη δραστηριότητα υπήρξε τότε η δημιουργία του φιλανθρωπικού ιδρύματος «Κιβώτιον του Ελέους» για την οικονομική βοήθεια των πτωχών και την αποφυλάκιση κρατουμένων για χρέη. Παράλληλα μερίμνησε για την ενίσχυση των νοσοκομείων με οικονομικές εισφορές από τους ναούς, καθώς και για το κήρυγμα του Θείου Λόγου καλώντας προς τούτο στην Κωνσταντινούπολη τον διαπρεπή τότε εκκλησιαστικό ρήτορα Κωνσταντίνο Οικονόμου. Τον Μάρτιο, κατόπιν υπόδειξης του Κωνσταντίνου Κούμα, περί της ανάγκης μεταρρύθμισης των διδασκομένων στις σχολές μαθημάτων ο Γρηγόριος Ε΄ εξέδωσε τον περίφημο συνοδικό τόμο «Περί των Ελληνομουσείων» προτρέποντας την μόρφωση των Ελλήνων στη σπουδή της ορθής ελληνικής γλώσσας, σημειώνοντας: «…και να μη προτιμώσι μαθήματα, δι ών εγεννάτο αδιαφορία και ψυχρότης προς τας εκκλησιαστικάς διατάξεις και προς την αμώμητον ημών πίστιν».

Η έκδοση της παραπάνω «εγκυκλίου» εναντίον των Διαφωτιστών οδήγησε στο κλείσιμο σχολείων της Σμύρνης, των Κυδωνιών, της Χίου και της Μυτιλήνης (Ιησουϊτικών) και το επόμενο έτος προσπάθησε να επιβάλει προληπτική θεολογική λογοκρισία σε όλα τα ελληνικά βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης. [3]

Τον επόμενο χρόνο, (1820) αναμόρφωσε το υπ΄ αυτόν ιδρυθέν «Πατριαρχικόν Τυπογραφείον» το οποίο εξέδιδε πολλά συγγράμματα.

Επανάσταση των Ελλήνων

Στη διάρκεια της τρίτης αυτού πατριαρχίας ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, που υπήρξε η κρισιμότερη περίοδος του Πατριαρχείου από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Είναι γεγονός ότι πολύ πριν του έτους αυτού, οι Φιλικοί πολλές φορές χρησιμοποίησαν το όνομα του Πατριάρχη όπως και του Τσάρου ζητώντας έτσι κάποια ηθική συνδρομή αλλά και για το ηθικό των μυημένων. Προκειμένου μάλιστα να αποφύγουν τις υποψίες της Υψηλής Πύλης διακήρυσσαν ότι οι Πελοποννήσιοι που βρίσκονταν στο Ιάσιο αποφάσισαν να ιδρύσουν στη Πελοπόννησο Μεγάλη Σχολή, για την οποία και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ είχε αποστείλει πολλές επιστολές προς οποιονδήποτε προύχοντα που θα μπορούσε να συνεισφέρει. Υπό το όνομα όμως της Σχολής οι Φιλικοί εννοούσαν την αναμενόμενη επανάσταση.

Στις 30 Ιουλίου του 1819 σε επιστολή του προς τον ηγεμόνα της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο Γρηγόριος Ε΄ κάνοντας μνεία περί της Σχολής αυτής αποκαλύπτει την επ´ αυτής έννοια των Φιλικών. Εξ αυτού του γράμματος αποφάσισε στη συνέχεια ο Μαυρομιχάλης να συμμετάσχει στον Αγώνα με όλους τους οπλαρχηγούς της Μάνης. Αλήθεια πάντως είναι ότι με τις επιστολές εκείνες η Φιλική Εταιρεία είχε ενισχυθεί και οικονομικά και αριθμητικά με εγγραφή νέων μελών όπως και πολλών κληρικών. Αλλά και άλλοι εγκύκλιοι που αφορούσαν την «Κιβωτό του Ελέους» οι Φιλικοί τις χρησιμοποίησαν κατάλληλα.

Θα πρέπει όμως και να σημειωθεί ότι ο πατριάρχης δεν εκδήλωσε ποτέ δημόσια τη θέση του απέναντι στη Φιλική Εταιρεία αλλά ούτε και οι επιστολές που έστελνε την εποχή εκείνη θα μπορούσαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές ακόμα και στους μυημένους. Ο ίδιος μάλιστα φέρεται να δήλωνε «Γνωρίζων, …δεν ήθελον γίνει προδότης του έθνους μου. Αλλά δια τούτο δεν θέλω να γνωρίζω τίποτε εκ των πολιτικών, δια να μη γίνω επίορκος, ή ψεύστης, εαν εξεταζόμενος ηρνούμην». Πολλοί όμως, εκτός των κατακριτών του, ήταν και εκείνοι που θεωρούσαν ότι ενεργούσε με ιδιαίτερα μεγάλη περίσκεψη απέναντι στον Σουλτάνο.

Τον Απρίλιο του 1820 τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ επισκέφθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο διερχόμενος από εκεί για την Αγία Πετρούπολη Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος ο οποίος και του επέδωσε επιστολή του Παλαιών Πατρών Γερμανού που ρωτούσε «Τι πρέπει να κάμουν και πως πρέπει να φερθούν». Ο Γρηγόριος φέρεται να είπε στον κομιστή «Περιττόν να μας ζητούν συμβουλή δια πράγματα τα οποία γνωρίζουν. Χρεωστούμεν να ποιμαίνωμεν καλώς τα ποίμνιά μας και χρείας τυχούσης να κάμωμε όπως έκαμεν ο Ιησούς δι΄ ημάς δια να μας σώσει». Παράλληλα έδωσε και επιστολή προς τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη στην οποία επαναλάμβανε τη λέξη «φρόνησις, φρόνησις, φρόνησις». Σε άλλη δε επιστολή προς Ιωάννη Ζωσιμά έγραφε «βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια».

Αμφότεροι όμως έχοντας παρεξηγήσει τις λέξεις διαμήνυσαν δια του Παπαρρηγόπουλου που επανέκαμψε στην Πόλη, ο μεν Υψηλάντης ότι υπάρχει έτοιμο πλοίο για να μεταφέρει τον Πατριάρχη στην Οδησσό ή Πελοπόννησο, ο δε Ζωσιμάς ότι αποστέλλει χρήματα για την φυγή του πατριάρχη. Τότε ο Γρηγόριος εξήγησε ότι με τις συνθηματικές λέξεις ήθελε να επιστήσει την προσοχή των Φιλικών, για δε τα χρήματα του Ζωσιμά θα δοθούν στον Αγώνα, όσο για το πλοίο μόνο νεκρόν θα μπορούσε να τον μεταφέρει αλλαχού.

Θα μπορούσε όμως να είχε φύγει όπως τον παρακάλεσε και ο Παπαρρηγόπουλος. Μάλιστα όταν ο Παπαρρηγόπουλος τον ενημέρωσε ότι πολύ σύντομα θα ξεσπούσε η επανάσταση, ο πατριάρχης φέρεται να δήλωσε ότι ήταν φρονιμότερο να περιμένουν ένα ρωσοτουρκικό πόλεμο προσθέτοντας «Λυπούμαι, μήπως η πατρίς πάθει όσα έπαθε και άλλοτε». Κατά τον πατριάρχη η επανάσταση έπρεπε να ξεκινούσε αργότερα μετά την καταστροφή του Αλή πασά και μάλιστα από την Πελοπόννησο και όχι από την Μολδοβλαχία.

Μετά την εκδήλωση της επανάστασης του Υψηλάντη στη Βλαχία, άρχισαν μαζικές διώξεις κατά των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης, με σφαγές και φυλακίσεις. Μεταξύ των άλλων φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν πολλοί επίσκοποι, όπως ο Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης που απαγχονίστηκε πρώτος «κατά την οδόν ιχθυοπωλείου (Μπαλούκ-παζάρ)» (Φιλήμων, Β’, σ. 114), φυλακίστηκαν οι Νικομηδείας Αθανάσιος και Δέρκων Γρηγόριος, ο Αγχιάλης Ευγένιος, ενώ ο Σουλτάνος διέτασε τον Πατριάρχη να στείλει και άλλους για φυλάκιση.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Πατριάρχης, επικεφαλής συνόδου αρχιερέων και λαϊκών, αναγκάστηκαν να εκδώσουν δύο αφορισμούς. Αυτοί υπογράφονται από 21 αρχιερείς του Πατριαρχείου, αλλά στην σύνοδο που έλαβε την απόφαση συμμετείχαν και λαϊκοί προύχοντες της Κωνσταντινούπολης, όπως ο πρώην ηγεμόνας της Βλαχίας Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο μεγάλος διερμηνέας της Πύλης Κων. Μουρούζης, ο διερμηνέας του στόλου Νικ. Μουρούζης (αδελφός του Κ. Μουρούζη), ηγέτες των συντεχνιών κ.ά., συνολικώς 72 άτομα. Οι μεν λαϊκοί αποφάσισαν να υποβάλουν αναφορά αποκήρυξης της επανάστασης και δήλωση υποταγής με αναφορές στην «συνήθη καλοκαγαθία του σουλτάνου», οι δε ιερωμένοι να συνθέσουν την πράξη αφορισμού (Φιλήμων, τ. Β’, σ. 112). Δεν είναι ακριβώς γνωστές οι ημερομηνίες που υπεγράφησαν οι αφορισμοί. Ιστορικοί αναφέρουν την «Ε’ Κυριακή των Νηστειών 23 Μαρτίου» (Φιλήμων, Ζ. Μαθάς, Χρυσ. Παπαδόπουλος, Εκδοτική Αθηνών κ.ά.), όμως η 23 Μαρτίου δεν ήταν Κυριακή αλλά Τετάρτη, ενώ Κυριακή ήταν η 20 και 27 Μαρτίου. Ο Θ. Σιμόπουλος προσδιορίζει την ημερομηνία στις 20 Μαρτίου (Σιμόπουλος, Α’, σ. 123). Κατά τον Γ. Γεωργαντζή που μελέτησε τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, είναι πιθανό ότι πρώτα, στις 20 ή 23 Μαρτίου, υπεγράφη ο αφορισμός (για την ακρίβεια «απανταχούσα») προς τον επίσκοπο Ουγγροβλαχίας με τον οποίο αφορίζεται ο Αλ. Υψηλάντης και ο Σούτσος και συνιστάται στους εκεί χριστιανούς να μην επαναστατήσουν. Έτσι η πατριαρχική σύνοδος προσπάθησε ώστε το κείμενο να έχει τοπικό χαρακτήρα. Σημειώνεται ότι ο πρώτος αυτός αφορισμός συνοδεύεται από διαβιβαστική πατριαρχική επιστολή την οποία μη ειδικοί εκλαμβάνουν ως διπλό αφορισμό. Όμως οι οθωμανικές αρχές, αφού επέβαλαν στον Πατριάρχη την έκδοση των εν λόγω αφορισμών, είχαν τοποθετήσει στο περιβάλλον του τουρκοκρητικούς που γνώριζαν την ελληνική γλώσσα ώστε να παρακολουθούν τις εργασίες των συνόδων και τα κείμενα. Φαίνεται ότι ο πρώτος αφορισμός που περιοριζόταν στην επαρχία της Ουγγροβλαχίας δεν ικανοποιούσε τον Σουλτάνο και τον σεϊχουλισλάμ, οι οποίοι επέβαλαν και δεύτερο αφορισμό που να περιλαμβάνει όλους τους χριστιανούς της Αυτοκρατορίας. Εκτιμάται ότι ο δεύτερος αυτό αφορισμός εκδόθηκε την Κυριακή 27 Μαρτίου. Εξέταση του κειμένου του δεύτερου αφορισμού υποδεικνύει ότι έγινε προσπάθεια ώστε το δεύτερο κείμενο να είναι διπλωματικό και να αφήνει κενά ως προς την θεολογική ερμηνεία του. Για παράδειγμα, δεν επαναλαμβάνει τις κατάρες του πρώτου, και ενώ στον πρώτο αφορισμό αναφέρεται «αφωρισμένοι υπάρχουσι», στο δεύτερο η έγκλιση γίνεται ευκτική μέλλοντος «αφωρισμένοι υπάρχειεν».[4]

Ο πρώτος αφορισμός, που «Ὑπεγράφη συνοδικῶς ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης»[5], είχε σαν αποτέλεσμα να σημάνει το τελειωτικό χτύπημα στην εκστρατεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Ηγεμονίες[6] Ο ίδιος όμως ο Υψηλάντης καθησύχαζε με επιστολή του της 29ης Ιανουαρίου τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ότι «ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου»[7].

Σύμφωνα με τον Τάκη Κανδηλώρο, βιογράφο του Πατριάρχη, ο Γρηγόριος «ως αντιπρόσωπος του Χριστού ουδέποτε έπρεπεν να υπογράψει έγγραφον εις το οποίον δεν επίστευεν. Αλλ’ ως αρχηγός κινδυνεύοντος έθνους ώφειλε να στέρξει μέτρον, όπερ έστω και προσωρινώς έσωζε τους ανίσχυρους και εμπεπιστευμένους αυτώ πληθυσμούς εκ της σφαγής» και έδρασε εκβιαζόμενος.[8] Σύγχρονος ιστοριογράφος χαρακτηρίζει τον αφορισμό ως «μνημείο της εκκλησιαστικής γλώσσας που είχε φιλοτεχνήσει η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία τους αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας» και τον ερμηνεύει στο συγκείμενο της αναγνώρισης από την Εκκλησία της νομιμότητας του καθεστώτος του Σουλτάνου, του οποίου αποτελούσε οργανικό τμήμα, και της εναντίωσης στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό του εθνικού κινήματος των Ελλήνων. [9].

Σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα της 28ης Δεκεμβρίου 1820 έγραφε: «…Κρυφά υπερασπίζου αυτόν (σσ. Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική), εν φανερόν δε άγνοια υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσι αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία. Πράυνον βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπον εις κρυψίνοιαν δια τον φόβον των Ιουδαίων».[10] Σώζονται επίσης και επιστολές του του Μαρτίου 1821 προς τους επισκόπους Βλαχίας, Παλαιών Πατρών Γερμανό, Τριπόλεως και Αμυκλών Δανιήλ στις οποίες τους παρότρυνε να συνεχίσουν την πολιτική «ειλικρινούς ευπειθείας και υποταγής […] εις την κραταιάν βασιλείαν».[11]

«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄ συρόμενος στην αγχόνη», Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα

Απαγχονισμός

Εν τω μεταξύ, ο Σουλτάνος, υπό την πίεση ακραίων μουσουλμανικών διαδηλώσεων κατά των Ελλήνων, ζήτησε από τον Σεϊχουλισλάμη Χατζή Χαλίλ να εκδώσει διαταγή (φετφά), σχετικά με τη γενική σφαγή των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Ο Χατζή Χαλίλ, ύστερα από διαβουλεύσεις με τον Γρηγόριο, ο οποίος του ξεκαθάρισε πως ο ίδιος και το Γένος ήταν αμέτοχοι στην επανάσταση, και βασιζόμενος σε ένα εδάφιο του Κορανίου, αρνήθηκε να εκδώσει τη φετφά τoυ Σουλτάνου[12], ο οποίος εξοργισμένος τον τιμώρησε με θάνατο και θεώρησε υπεύθυνο και τον Γρηγόριο Ε’.

Σύμφωνα με τον πανηγυρικό που εκφώνησε για τον Πατριάρχη το 1853 ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως αυτός μεταφέρεται από τον ανιψιό του Πατριάρχη, ο Γρηγόριος Ε’ απέρριψε προτάσεις υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη λέγοντας: “Μη με προτρέπετε εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείται, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω…ουχί! Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου…ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου…Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης”[13].

Mετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) ο Γρηγόριος συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο.

H κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, η οποία παραμένει κλειστή ως σήμερα

Κατόπιν, μια ομάδα τριών Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Τα ονόματα των τριών αυτών Εβραίων ήταν Μουτάλ, Μπιταχί και Λεβύ.[14]. Τη σκηνή της περιφοράς του σκηνώματος από τους τρεις Εβραίους έχει αποδώσει παραστατικά σε πίνακά του ο γερμανός ζωγράφος Πέτερ φον Ες. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.

Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς έκτοτε μόνο από τις πλάγιες πύλες.

Την ίδια ημέρα, μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου του Ε΄, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, οι μητροπολίτες Αγχιάλου Ευγένιος, Εφέσου Διονύσιος και Νικομήδειας Αθανάσιος συνελήφθησαν από τις οθωμανικές αρχές και μεταφέρθησαν ο πρώτος στην Πύλη του Γαλατά δίπλα στην ομώνυμη γέφυρα και οι υπόλοιποι σε άλλα σημεία της πόλης όπου και απαγχονίστηκαν. Στο στήθος και των τριών μητροπολιτών τοποθετήθηκε επιγραφή που τους χαρακτήριζε προδότες και αποστάτες. Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η ταφή στην Οδησσό

Την άφιξη της σωρού του πατριάρχη, τις τελετές της ταφής και κάποια επισόδεια περιγράφει ο αγωνιστής της Επανάστασης Κάρπος Παπαδόπουλος που ήταν παρών.
Το πλοίο που βρήκε και μετέφερε τη σωρό του πατριάρχη, έκανε 40 ημέρες να φτάσει στην Οδησσό, ενώ εκείνη την εποχή με ενάντιο καιρό απαιτούνταν έως 10 ημέρες πλεύσης από την Κωνσταντινούπολη. Ο νεκρός αποτέθηκε πρώτα στο υγειονομείο όπου πήγαν να τον δούν πολλοί. Ο Κ. Παπαδόπουλος παρατηρεί ότι δεν είχε καμμία αλλοίωση ή οσμή. Οι ρωσικές αρχές βεβαιώθηκαν για την ταυτότητα του νεκρού από 30 ενόρκους πρόσφυγες από την Κων/πολη. Ο τσάρος διέταξε να δοθούν 40.000 ρούβλια για τη διεξαγωγή μιας μεγαλοπρεπούς κηδείας και να γίνει η ταφή σε μέρος που θα επέλεγαν οι Έλληνες της Οδησσού. Η μεταφορά της σωρού από τη υγειονομείο έως την Μητρόπολη έγινε με άμαξα με 6 ίππους και μία ίλη λογχοφόρων κοζάκων ως παραστατών. Συνοδευόταν από τρεις αρχιερείς και 40 ιερείς και διακόνους, καθώς και από επισήμους και κόσμο με μαύρη ενδυμασία. Ο δρόμος έως την Μητρόπολη ήταν στρωμένος με ψιλή άμμο, χόρτα και άνθη. Κατά την άφιξη στη Μητρόπολη την πομπή υποδέχτηκε ένα σύνταγμα από 4.000 στρατιώτες υπό τους ήχους πένθιμης μουσικής. Μετά την ακολουθία εκφωνήθηκε επικήδειος λόγος από τον Κ. Οικονόμο εξ Οικονόμων που βρέθηκε στην Οδησσό ως πρόσφυγας. Έπειτα από τρεις ημέρες ο νεκρός μεταφέρθηκε από την ρωσική Μητρόπολη σε ελληνική εκκλησία και ετάφη πάλι με την ίδια πομπή και παράταξη.

Την ημέρα της ταφής η αστυνομία διέταξε “κανένα έθνος να μην εμπορευθεί αλλά να προσέλθουν όλοι στην τελετή”. Ταραχές προκλήθηκαν όταν στη διαταγή αυτή δεν υπάκουσαν οι Εβραίοι. Όχλος επέδραμε στη “χάβρα” των Εβραίων και σε τράπεζές τους που βρέθηκαν ανοιχτές και έγιναν ζημιές και αρπαγές. Διαδόθηκε η ψευδής φήμη ότι επειδή οι Εβραίοι περιφρόνησαν τον πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη δόθηκε εντολή από την ρωσική κυβέρνηση να σκοτωθούν. Έτσι την επόμενη ημέρα έφεραν από την επαρχία 30 άμαξες φορτωμένες με σκοτωμένους και πληγωμένους Εβραίους. Η αστυνομία αφού έπαυσε τις ταραχές συνέλαβε 300 υπαίτιους, Ρώσους και Έλληνες, και τους φυλάκισε. Επιτροπή Εβραίων παρουσιάστηκε στον Νομάρχη και ζήτησε αποζημίωση για ζημιές 3 εκατομμυρίων ρουβλιών. Όταν οι φυλακισμένοι αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από 30 ημέρες, η επιτροπή και πάλι παραπονέθηκε στον Νομάρχη ότι δεν εκτελούνται οι νόμοι. Αυτός τους απάντησε ότι και οι ίδιοι δεν υπάκουσαν στην αστυνομική διάταξη κατά την ημέρα της ταφής του πατριάρχη και εκεί έληξε το επισόδειο.[15]

 

Αντιδράσεις

«Ω τον ηλίθιον Σουλτάνον! Τους φίλους του σφάζει, αντί να τους φορέση καυτάνι!».
Επιστολή Αδαμάντιου Κοράη προς τον Ιάκωβο Ρώτα της 26ης Δεκεμβρίου 1821.[16]

Μετά την εκτέλεση του Πατριάρχη, ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη βαρώνος Στρογγάνωφ διαμαρτυρήθηκε στο όνομα των Χριστιανών υπηκόων του Σουλτάνου, οι οποίοι σύμφωνα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή βρίσκονταν υπό την προστασία του αυτοκράτορα της Ρωσίας, ότι η Πύλη μετέτρεπε τον πόλεμο σε θρησκευτικό αλλά και για το εμπάργκο στα σιτοφόρα πλοία που έπληττε το εμπόριο στα στενά και απείλησε με αποχώρηση από την πόλη. Ο Βρετανός πρεσβευτής επέλεξε να ακολουθήσει τη γραμμή της εμπιστοσύνης στην Πύλη και ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για εσωτερικό θέμα της αυτοκρατορίας, επέλεξε να μην εξετάσει επιστολές του Πατριάρχη προς μητροπολίτες της Πελοποννήσου τις οποίες η Πύλη παρουσίαζε απόδειξη της ανάμιξης του Γρηγορίου στη εξέγερση. Τελικά ο Τσάρος Αλέξανδρος απέστειλε αυστηρό τελεσίγραφο στο Σουλτάνο, που παραδόθηκε στις 18 Ιουλίου, αλλά δεν εξέτασε το ενδεχόμενο ανάληψης στρατιωτικής δράσης.[17].

Διαφωτιστές, όπως ο Κοραής, υποδέχτηκαν με ανακούφιση την εκτέλεση του Πατριάρχη εξαιτίας φημών που υπήρχαν για σχέδιο εξόντωσής τους από την Εκκλησία και της πολιτικής αναγνώρισης της οθωμανικής νομιμότητας που ακολουθούσε η Εκκλησία.[18][16]

Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αναγνώριση – Τιμές – Αγιοποίηση

Η λάρνακα του Γρηγορίου του Ε’

Το 1871 τα οστά του Γρηγορίου μεταφέρθηκαν από την Οδησσό στην Αθήνα και εναποτέθηκαν σε μαρμάρινη λάρνακα που βρίσκεται μέχρι και σήμερα στη Μητρόπολη Αθηνών. Τον επόμενο χρόνο, το 1872, με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ, ο γλύπτης Γ. Φυτάλης φιλοτέχνησε αδριάντα του, ο οποίος τοποθετήθηκε δεξιά της εισόδου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η συμπερίληψη του Πατριάρχη στο πάνθεον των ηρώων της Επανάστασης συνδεόταν με την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, το αίτημα για εθνική ενότητα και την αλυτρωτική διάθεση της εποχής.[19] Στις 8 Απριλίου 1921 αγιοποιήθηκε επίσημα.[20]

Έργο

Ο Γρηγόριος Ε΄ ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για θέματα παιδείας. Μετέφρασε και εξέδωσε τους «Περὶ Ἱερωσύνης λόγους» του Ιερού Χρυσοστόμου. Επίσης εξέδωσε στο πατριαρχικό τυπογραφείο τα «Ἠθικὰ» του Μεγάλου Βασιλείου, εξήγηση των ομιλιών του στη Εξαήμερο και άλλα έργα, όλα σε γλώσσα απλουστευμένη, προκειμένου να γίνεται κατανοητή[21].

Εκτός των θεμάτων Παιδείας, ασχολήθηκε με τη στέγαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διαρρύθμισε τον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Παρά το βραχυχρόνιο της πατριαρχίας του, εξέδωσε πλήθος τόμων, σιγγιλίων, εγκυκλίων και επιστολών, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται η σταθερή του προσήλωση στους εκκλησιαστικούς κανόνες και την παράδοση. Υπήρξε ο ίδιος πρότυπο ήθους προς τους κληρικούς και το λαό, επέδειξε χρηστή οικονομική διαχείριση επιλύοντας πολλά προβλήματα, αλλά πήρε και αποφάσεις που τακτοποιούσαν χρονίζοντα κοινωνικής φύσεως θέματα, όπως αυτά των αρραβώνων και της προίκας, των γάμων και διαζυγίων, και άλλα.

 ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΤΗΣΘΕΙΑΣΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

«ρτοςζωῆς αἰωνιζούσης γενέσθω μοι, τό σῶμά σου τό ἅγιον, εὔσπλαγχνε Κύριε, καί τό τίμιον αἷμα καί νόσων πολυτρόπων ἀλεξιτήριον».

 (Ας γίνει το άγιο σώμα Σου, και το τίμιο αίμα Σου, ευσπλαγχνικέ Κύριε, τροφή που χαρίζει αιώνια ζωή και διώχνει μακριά κάθε είδους αρρώστεια)

«Βεβηλωθείς ἔργοις ἀτόποις ὁ δείλαιος, τοῦ σοῦ ἀχράντου σώματος καί θείου αἵματος, ἀνάξιος ὑπάρχω Χριστέ, τῆς μετουσίας, ἧς με ἀξίωσον»

 (Είμαι ανάξιος, Χριστέ μου, να λάβω το σώμα Σου που δεν μπορεί να το αγγίξει κανείς θνητός χωρίς τη χάρη Σου, και το θεϊκό Σου αίμα, επειδή έχω βεβηλώσει το σώμα μου με έργα που δεν ταιριάζουν με τη ζωή Σου, σαν δειλός που είμαι. Αλλά, αξίωσέ με, παρ΄ όλα αυτά, να Σε δεχτώ μέσα μου).

Θεοτοκίον

«Γ ἀγαθή, εὐλογημένη Θεόνυμφε, τόν στάχυν ἡ βλαστήσασα τόν ἀγεώργητον και σωτήριον κόσμῳ, ἀξίωσόν με τοῦτον τρώγοντα σώζεσθαι».

 (Εσύ ευλογημένη Θεοτόκε, νύμφη του Θεού, που βλάστησες το στάχυ που κανείς γεωργός δεν το φύτεψε, το Χριστό, που έσωσε τον κόσμο, αξίωσέ με να σωθώ τρώγοντάς Τον ως άρτο και οίνο, δώρα μετουσιωμένα σε Κείνον).

«Δακρύων μοι παράσχου Χριστέ ρανίδας, τόν ῥύπον τῆς καρδίας μου καθαιρούσας, ὡς ἄν εὐσυνειδότως, κεκαθαρμένος, πίστει προσέρχωμαι και φόβῳ Δέσποτα, ἐν τῆ μεταλήψει τῶν θείων δώρων σου»

 (Χάρισέ μου Χριστέ, σταγόνες δακρύων για να καθαρίσω τους ρύπους της καρδιάς μου, ώστε να είμαι συνειδητά, ηθικά καθαρός, για να έρχομαι κοντά Σου με πίστη και δέος, σεβασμό μπροστά στη θεότητά Σου, την ώρα που με καλείς να μεταλάβω τα θεϊκά Σου δώρα).

«Εἰς ἄφεσιν γενέσθω μοι τῶν πταισμάτων, τό ἄχραντόν σου σῶμα καί θεῖον αἷμα, εἰς πνεύματος ἁγίου τε κοινωνίαν, καί εἰς αἰώνιον ζωήν φιλάνθρωπε, καί παθῶν καί θλίψεων ἀλλοτρίωσιν».

  (Ας γίνει το άσπιλό Σου σώμα και το θεϊκό Σου αίμα αιτία να συγχωρεθούν τα σφάλματά μου τα ηθικά, να μπορώ να επικοινωνώ με το άγιό Σου Πνεύμα και να ζήσω αιώνια κοντά σου, μεταμορφωμένος και αποξενωμένος από κάθε θλίψη και πάθη).

«Ζωῆς τοῦ ἄρτου τράπεζα, Παναγία, τοῦ ἄνωθεν δι’ ἔλεον καταβάντος και κόσμῳ καινοτέραν ζωήν διδόντος, κἀμέ ἀξίωσον νῦν τόν ἀνάξιον, μετά φόβου γεύσασθαι τούτου καί ζήσεσθαι».

 (Παναγία, εσύ που είσαι η τράπεζα που πάνω της βρίσκεται ο άρτος της ζωής, όπου από εσένα κατεβαίνει το έλεος του Θεού και μας δίνεται στον κόσμο δωρεάν, αξίωσέ με και τώρα εμένα τον ανάξιο, με σεβασμό και δέος να Τον γευθώ και να ζήσω αιώνια).

«θέλησας δι’ ἡμᾶς σαρκωθείς, πολυέλεε, τυθῆναι ὡς πρόβατον διά βροτῶν ἁμαρτήματα ὅθεν ἱκετεύω σε καί τά ἐμά ἐξαλεῖψαι πλημμελήματα».

 (Θέλησες πολυέλεε Θεέ, Χριστέ μου, να σαρκωθείς και να θυσιαστείς σαν πρόβατο για τα αμαρτήματα των θνητών ανθρώπων που Εσύ έπλασες. Γι αυτόν τον λόγο Σε ικετεύω να εξαφανίσεις και τα δικά μου αμαρτήματα).

«Θεράπευσον τῆς ψυχῆς μου τά τραύματα, Κύριε, και ὅλον με ἁγίασον καί καταξίωσον, Δέσποτα, ὅπως κοινωνήσω σου τοῦ μυστικοῦ θείου δείπνου ὁ ταλαίπωρος».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s