ΟΜΑΔΑ ΠΕΜΠΤΗ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΛΕΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΑΡΓΟΥΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΙΟΥΛΙΟΣ 2015

«ΥΙΕ ΔΟΣ ΜΟΙ ΣΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ» (Πρξ. Αποστ. Κεφ. 16, στ. 9)

ΣΥΝΘΗΜΑ : «ΣΤΗΚΕΤΕ ΚΑΙ ΚΡΑΤΕΙΤΕ ΤΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ»

ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ : «ΠΑΝΤΟΤΕ ΧΑΙΡΕΤΕ, ΕΝ ΠΑΝΤΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙΤΕ, ΑΔΙΑΛΛΕΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ»

αστυπάλαια πόλη κως πόλη

ΟΜΑΔΑ ΠΕΜΠΤΗ : ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ – ΚΩΣ – ΚΑΣΟΣ. Ομαδάρχισσα: κα. ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

ΟΜΑΔΑ ΑΓΑΠΗΣ:   06/07/2015   ΠΡΩΙ, 09/07/2015 ΠΡΩΪ      ΧΡΩΜΑ ΣΗΜΑΙΑΣ: ΚΟΚΚΙΝΟ

ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΟΜΑΔΟΣ: ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΚ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ

ΘΕΜΑ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ : ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ/ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

ΗΜΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ : ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ    

ΣΤΑΘΜΟΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ : ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ

 ΣΚΗΝΗ :            ΔΥΝΑΜΗ ΟΜΑΔΑΣ:             ΜΕΛΗ :

Αστυπάλαια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αστυπάλαια

Αστυπάλαια

Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Δωδεκάνησα
Έκταση 96,9 km2
Υψόμετρο 482 m
Υψηλότερη κορυφή Βάρδια
Χώρα
Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Πρωτεύουσα Αστυπάλαια (πόλη)
Δημογραφικά
Πληθυσμός 1.334 (απογραφής 2011)
Πυκνότητα 13,7 /km2
Πρόσθετες πληροφορίες
Ιστοσελίδα www.astypalaia.gr

Οικόσημο των Querini

H Αστυπάλαια (ή Αστροπαλιά) είναι νησί του Αιγαίου με 1.334 κατοίκους (απογραφή 2011). Κατά μία άποψη, το νησί ονομάστηκε έτσι (άστυ + παλαιός) από τους Δωριείς κατοίκους του, οι οποίοι βρήκαν στην περιοχή ίχνη παλαιότερου οικισμού των Φοινίκων, κατά τους ισχυρισμούς “κάποιων” αρχαιολόγων. Το νησί απεκτησε και άλλα ονόματα, όπως ″Πύρρα″ ( για το ερυθρό χρώμα της γής ), ″Πυλαία″, ″Θεών Τράπεζα″ και ″Ιχθυόεσσα″. Η Αστυπάλαια ανήκει διοικητικά στα Δωδεκάνησα, αλλά γεωγραφικά και πολιτισμικά στέκει ανάμεσα στα Δωδεκάνησα και στις Κυκλάδες. Οι κάτοικοί της λέγονται Αστυπαλίτες ή Αστροπαλίτες.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Κατά την μυθολογία, η Αστυπάλαια και η Ευρώπη ήσαν κόρες του Φοίνικος και της Περιμήδης. Από την ένωση της Αστυπάλαιας με τον Ποσειδώνα γεννήθηκε ο Αργοναύτης Αγγαίος και ο βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος.

Σύμφωνα με τον Στέφανο τον Βυζάντιο η Αστυπάλαια κατοικήθηκε αρχικά από Κάρες, που πρώτοι την ονόμασαν Πύρρα. Κατά τον Οβίδιο το νησί πέρασε από την κατοχή της Κρήτης, τον καιρό του Μίνωα, ενώ αργότερα εξελληνίστηκε από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα. Μεγαρείς αποίκους στην Αστυπάλαια, πατρίδα του ολυμπιονίκη Κλεομήδη, αναφέρει και ο Σκύμνος. Ακόμη, μια επιγραφή του Δ’ π. Χ. αι. που βρέθηκε στο ασκληπιείο της Επιδαύρου αναφέρει τους πρώτους Αστυπαλίτες ως αργολικής καταγωγής.

Αρχαίοι Χρόνοι

Κατά τους αρχαίους χρόνους πρέπει να παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή, όπως μαρτυρούν διάφορα ευρήματα, κυρίως νομίσματα, που βρέθηκαν στο νησί αλλά και οι συχνές αναφορές σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων. Το όνομα της νήσου περιλαμβάνεται στις “Αναγραφές των φόρων” των Αθηναίων, ήταν επομένως φόρου υποτελής στην Αθήνα. Από τις ίδιες πηγές μαθαίνουμε ακόμη ότι υπήρχαν ιερά της Αθηνάς, του Δία, του Απόλλωνα, του Ασκληπιού, της Περσεφόνης και Αρτέμιδος, καθώς επίσης και Πρυτανείο, Θέατρο, Στοά και Αγορά. Επίσης από την Αστυπάλαια καταγόταν ο ιστορικός Ονησίκριτος που πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Κατά την ελληνιστική εποχή η Αστυπάλαια υπήρξε λιμάνι – σταθμός των Πτολεμαίων της Αιγύπτου και υποστηρίζεται ότι αυτή την περίοδο ιδρύεται στο νησί νομισματοκοπείο , ενώ κατά την ρωμαϊκή περίοδο παρουσίασε σημαντική ακμή, χάρις στα πολλά φυσικά λιμάνια που αποτελούσαν ορμητήριο κατά των πειρατών. Αναφέρεται ιδιαίτερη συνθήκη με τους Ρωμαίους, το 149 π. Χ., για χρησιμοποίηση του νησιού ως ναυτιλιακού σταθμού με αντάλλαγμα την αυτονομία του, συνθήκη που ανανεώθηκε το 105 π. Χ. και η Αστυπάλαια απέκτησε την προσωνυμία “civitas foederata”.

Βυζαντινή Εποχή

Κατά την βυζαντινή εποχή τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους – του “Αρχιπελάγους” – έπαιξαν τον ρόλο ναυτικών βάσεων με στρατηγική σημασία ως προς τον έλεγχο των διεθνών διελεύσεων. Η Αστυπάλαια υπάγεται κι αυτή στο “ θέμα του Αιγαίου”, στην βυζαντινή δηλαδή επαρχία των Κυκλάδων. Ολόκληρη η περίοδος χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα έντονη ανασφάλεια των νησιωτικών πληθυσμών, που εντείνεται τον 7ο αι. μ. Χ. με τη δημιουργία του Αραβικού κράτους και την εγκατάσταση πειρατικών βάσεων στην Κιλικία, Σικελία και Κρήτη. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Πάρος, η οποία τον 7ο ή 8ο αι. εγκαταλείπεται τελείως και γίνεται ορμητήριο πειρατών.

Γενικά, η έξαρση της πειρατείας έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικιστική δομή της περιοχής, με την παρακμή των παράλιων οικισμών, την μετακίνηση των πληθυσμών προς το εσωτερικό των νησιών και την ανέγερση ορισμένων κάστρων για προστασία, από την βυζαντινή διοίκηση σ’ όσα από τα νησιά δεν έμειναν εντελώς έρημα. Στην Αστυπάλαια την εποχή αυτή ενδέχεται να ανάγεται το Κάστρο του Αγ. Ιωάννη, στη Νοτιοδυτική ακτή του νησιού, το οποίο αναφέρεται από τον αρχαιολόγο Ludwing Ross και σημειώνεται σε χάρτη του Buon Delmonti. Όμως η γενική εξασθένιση του Βυζαντινού κράτους πριν την κατάκτηση του από τους Λατίνους, είχε ως συνέπεια την εγκατάλειψη των νησιών του Ν. Αιγαίου από τον Βυζαντινό στόλο και οπωσδήποτε την έλλειψη ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Ενετοκρατία

Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Φράγκους, το 1204, το δυτικό φεουδαλικό σύστημα επεκτείνεται και στον ελλαδικό χώρο, με την διανομή των γαιών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των Φράγκων κατακτητών. Οι Κυκλάδες και τα άλλα νησιά του Αρχιπελάγους περιέρχονται στην δικαιοδοσία της Βενετίας. Η κατάκτηση των νησιών και η δημιουργία του Δουκάτου της Νάξου πραγματοποιούνται από τον Ενετό Marco Sanudo ( ανεψιό του δόγη της Βενετίας ) με τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης. Έτσι ιδρύθηκε το Δουκάτο της Νάξου, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στην περιοχή, με τον έλεγχο των “στενών” προς όφελος της Βενετίας, διατηρώντας ταυτόχρονα και μια σχετική ανεξαρτησία.

Η Αστυπάλαια, κατά τον G. Gerola, παραχωρήθηκε το 1207 από τον Δούκα του Αρχιπελάγους Marco Sanudo στον Ενετό ευγενή Giovanni I Querini σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του τελευταίου κατά την ίδρυση του νέου δουκάτου. Ο Querini θεωρήθηκε ετσι, ως ο ιδρυτής και πρώτος ιδιοκτήτης μιας οίκησης, που αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού οικισμού. Σύμφωνα με τον Raymond – Joseph Loenertz όμως, που έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την γενεαλογία των Querini, η οικογένεια απέκτησε την κυριότητα του νησιού μόλις το 1413. Πάντως, σαφείς πληροφορίες για την πιθανή πρώτη αυτή οίκηση, καθώς επίσης και τον όποιο εποικισμό του νησιού, δεν υπάρχουν.

Από το 1207 ως και τις αρχές του 14ου αι. επικρατεί στο Αιγαίο σχετική ειρήνη με την εδραίωση της φράγκικης παρουσίας στο Αρχιπέλαγος, η πειρατεία όμως εξακολουθεί να μαστίζει τα νησιά και κατά την εποχή αυτή.

Για τον λόγο αυτό, μετά τα πρώτα 50 χρόνια λατινικής κυριαρχίας, διαπιστώνεται ότι όλα σχεδόν τα νησιά έχουν κάποιου είδους οχύρωση. Πάντως τον πρώτο αιώνα μετά την φράγκικη κατάκτηση, τα νησιά που είχαν ερημωθεί από τις επιδρομές των Αράβων έχουν επαναποικισθεί. Έτσι, ενώ στα χρόνια που πέρασαν είχαν ερημωθεί ακόμα και μεγάλα νησιά, στα μέσα του 14ου αιώνα παρουσιάζονται κατοικημένα πολυάριθμα μικρότερα, όπως η Αμοργός. Σέριφος, Σίφνος, Φολέγανδρος, Ανάφη ακόμη και η Αστυπάλαια.

Η τελευταία, στα 1269 επανέρχεται στην βυζαντινή αυτοκρατορία, μετά την ανακατάληψη της από τον ναύαρχο του Βυζαντίου Λικάριο μαζί με άλλα νησιά, όπως π.χ. η Σίφνος.

Σύμφωνα με τον G. Gerola, το 1310 συνδυασμένη επιχείρηση του Giavanni II Querini και της οικογένειας των Grimani αποκαθιστά την κυριότητα της δυναστείας στο νησί, με συνιδιοκτήτη αυτή τη φορά την οικογένεια των Grimani. Η αναφορά αυτή, βέβαια, δεν συμβιβάζεται με τις απόψεις του R. J. Loenertz, ο οποίος γράφει ότι τα περί ανάκτησης του νησιού, το 1310 από τους Querini, οφείλονται στον Karl Hopf, αλλά δεν πιστοποιούνται. Αντίθετα πιστοποιείται από τον R. J. Loenertz η παρουσία των Grimani στην Αστυπάλαια, οι οποίοι το 1384 εμφανίζονται ως κύριοι της Αστύπαλαιας και της Αμοργού.

Πάντως, μετά τα πρώτα χρόνια της φραγκικής κατάκτησης παρατηρείται μια γενική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στο Αρχιπέλαγος. Η “αιώνια¨ανασφάλεια στο νησιωτικό χώρο οξύνεται στις αρχές του 14 αι. με την πύκνωση των εμφανίσεων Τούρκων πειρατών. Το 1318 σηματοδοτεί την νέα αυτή περίοδο αναστάτωσης στο Αιγαίο με συγκεκριμένες αναφορές σε ολοκληρωτικές ερημώσεις νησιών.

Οι επιδρομές και οι αρπαγές των Τούρκων κατά τον 14 αι., δεν περιορίζονται στο Αιγαίο, όπου η πειρατεία ήταν το γενικό φαινόμενο, αλλά επεκτείνονται μέχρι και το Ιόνιο. Από τα παράλια λοιπόν της Μ. Ασίας, ιδίως από το εμιράτο του Μεντεσέ, “πραγματική φωλιά πειρατών, πλέουν οι Τούρκοι στα απέναντι Δωδεκάνησα, αρπάζουν κοπάδια, σοδειές και αιχμαλωτίζουν τους κατοίκους”[1]. Την εποχή αυτή πολλά νησιά του Αιγαίου ερημώνονται για λίγα ή πολλά χρόνια , όπως π.χ. η Τένεδος στα 1383 ή η Αστυπάλαια στο 1341, όταν επέδραμαν Τούρκοι από την Μικρά Ασία με επικεφαλής τον Omar Morbassan, εμίρη του Αϊδινίου. Η καταστροφή από την επιδρομή ήταν μεγάλη, με αποτέλεσμα το νησί να εγκαταλειφθεί τελείως για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία των Τούρκων αναγκάζει τη Βενετία σε αναθεώρηση της πολιτικής της, της σχετικής ανεξαρτησίας των διαφόρων αρχόντων, και σε ανάληψη άμεσης διοίκησης. Έτσι η δυναστεία των Γκύζη της Τήνου και Μυκόνου σβήνει το 1390, το Δουκάτο της Νάξου όμως εξακολουθεί την ανεξάρτητη πορεία του. Τελικά η συστηματική οχύρωση των οικισμών του Αιγαίου ανάγεται ακριβώς στο β’ μισό του 14ου αι. και στις αρχές του 15ου. Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και η περίπτωση οχύρωσης της Αστυπάλαιας.

Το 1413 ο Giovanni IV – Zannaki Querini, διοικητής της Τήνου και Μυκόνου, εποικίζει – εκ νέου – το έρημο νησί και εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για μια μόνιμη παρουσία. Το γεγονός πιστοποιείται απ’ όλους τους μελετητές. Με οικονομική συνεισφορά των Grimani κτίζει το Κάστρο ( ή ανακαινίζει προϋπάρχουσα οχύρωση ) και μεταφέρει εποίκους από την Τήνο και Μύκονο για να αξιοποιήσει το τιμάριο. Το όλο εγxείρημα επισημοποιείται με την μετονομασία του νησιού σε “Αστυ – νέα”. Η μαζική και οργανωμένη αυτή πληθυσμιακή μεταφορά προσέκρουσε σε έντονη αντίδραση της Βενετικής διοίκησης, η οποία προσπάθησε να επιβάλει επιστροφή των εποίκων στα νησιά τους, χωρίς όμως επιτυχία.

Τελικά η ουσιαστική ίδρυση του νεότερου οικισμού της Αστυπάλαιας οφείλεται σε μια οργανωμένη και χρονικά εντοπισμένη προσπάθεια εκμετάλλευσης της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και συνδέεται με πράξη εποικισμού μέσω μαζικής μεταφοράς καλλιεργητών, φαινόμενο συνηθισμένο βέβαια στον Μεσαίωνα και ιδιαίτερα στις αποικίες των Φράγκων στην Ανατολή. Ακόμη, συμπίπτει χρονικά με τη μείωση της επιρροής της Βενετίας στον χώρο του Αιγαίου, τη συρρίκνωση του εμπορίου της Ανατολής και τη βούληση της Βενετικής διοίκησης για καλύτερη οργάνωση της άμυνας των κτήσεων της ( Το κάστρο της Αντιπάρου κτίζεται κι αυτό τον 15ο αι. ).

Ο Goavanni IV – Zannaki Querini πεθαίνει το 1421 και ο διάδοχος του, Giovanni, πάλι Querini, αποκτά το 1446 το ένα τέταρτο της Αμοργού, με παραχώρηση από την Βενετική διοίκηση. Η συνιδιοκτησία της Αμοργού από τους Querini και τους Grimani πιστοποιεί τις σχέσεις των δύο οικογενειών, που, κατά τον Gerola, ανάγονται στην εποχή του Giovanni II Querini και την κοινή τους προσπάθεια ανάκτησης της Αστυπάλαιας. Με τον θάνατο του Giovvani Querini, η Αστυπάλαια και η νέα κτήση της Αμοργού περιέρχονται στον Francesco, γιο του Giovanni – Zanaki Querini, υπό την κυριαρχία του οποίου ο πληθυσμός της Αστυπάλαιας ανέρχεται το 1470 σε 400 μόλις άτομα. Το 1494 καταλύεται η ανεξαρτησία του δουκάτου της Νάξου, στα πλαίσια της αμεσότερης ανάμειξης της Βενετίας στο Αιγαίο, η προσπάθεια όμως δεν απέτρεψε την Οθωμανική εξάπλωση. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α’ ο Μεγαλοπρεπής, εκστρατεύει εναντίον της Κέρκυρας, με αρχηγό του στόλου τον Χαϊρεδδίν Μπαρμπαρόσσα. Η αποτυχία του εγχειρήματος στρέφει τον τελευταίο προς τις φραγκικές κτήσεις του Αιγαίου. Ερημώνει τα Κύθηρα, προσβάλλει την Αίγινα και την Κέα, παίρνοντας 1200 σκλάβους και συνεχίζει εναντίον των Κυκλάδων. Δεν είναι ξεκαθαρισμένο ποια νησιά επέταξε κατά σειρά, αλλά πάντως κατέλυσε τις τοπικές δυναστείες των Michieli στη Σέριφο, των Pisani στην Ίο, Ανάφη, Αντίπαρο και των Querini στην Αστυπάλαια και Αμοργό. Η Ενετική κατοχή επομένως για την Αστυπάλαια τελειώνει το 1537, χωρίς όμως καταστρεπτικά αποτελέσματα, γιατί ίσως το νησί είχε δηλώσει υποταγή προ της καταλήψεως του. Ανεξάρτητα απ’ αυτό το 1540 με συνθήκη Βενετίας – Τουρκίας η Αστυπάλαια αποδίδεται επίσημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τουρκοκρατία

Χάρτης της Αστυπάλαιας του Giacomo Franco (1597).

Από το 1537 έως το 1566 το νησί αυτοδιοικείται από το Συμβούλιο δημογερόντων, εκλεγόμενο με δικαστική, δημοσιονομική και διοικητική εξουσία. Το 1566, επί της εποχής του γιου του Σουλεϊμάν Α’, του Σελίμ του Β’, καταλύεται και το εναπομένον Δουκάτο του Αιγαίου και αποδίδεται στον Εβραίο τραπεζίτη, ευνοούμενο του Σουλτάνου, Ιωσήφ Νάζη. Η Αστυπάλαια είναι ένα από τα νησιά που περιλαμβάνονται στη δικαιοδοσία του. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο και η οργάνωση του παλαιού Δουκάτου του Αιγαίου, που αποτελεί πια το “σαντζάκι της Νάξου”. Οι διοικητές του σαντζακίου είναι εκμισθωτές φόρων ( Τούρκοι και αργότερα Έλληνες ), που διοικούν κατά το παλιό φεουδαρχικό σύστημα αποδίδοντας φόρους στον “Καπουδάν Πασά”. Το σύστημα όμως ατονεί σιγά σιγά και η διοίκηση περνάει στους μπέηδες κάθε νησιού ή συγκροτήματος νησιών, οι οποίοι όμως, από φόβο των πειρατών αποφεύγουν να μένουν στα νησιά και έτσι, από τις αρχές του 17ου αι. κυρίως, αναπτύσσεται η τοπική αυτοδιοίκηση σε κάθε νησί. Με την επιβολή πάντως των Οθωμανών στο Αιγαίο και τον επανεποικισμό των νησιών – στην Αστυπάλαια μεταφέρεται Αλβανικός πληθυσμός – παρατηρείται βαθμιαία ύφεση των μεγάλων πειρατικών επιδρομών, με περιορισμό της δράσεως μεγάλων πειρατικών καραβιών και επιχειρήσεων.

Νέα ένταση της αναρχίας στο Αιγαίο σημειώνεται κατά τον 17ο αι., με τις επιδρομές κυρίως Δυτικοευρωπαίων καθολικών πειρατών, κυρίως Γάλλων στην υπηρεσία του δούκα της Τοσκάνης, που έχουν ορμητήριο την Μάλτα ( Ιππότες του Αγ. Ιωάννη ), το Λιβόρνο ( Ιππότες του Αγ. Στεφάνου ) και την Μαγιόρκα. Η ένταση της πειρατείας στο Αιγαίο προϋποθέτει βέβαια την συνεργασία των νησιωτών, οι οποίοι αναγκάζονται να προσαρμοσθούν σ’ αυτή την κατάσταση, συναλλασσόμενοι και συνεργαζόμενοι με τους πειρατές, και αποκτούν έτσι μεγάλη πείρα στη ναυτιλία, ως πλοηγοί στα ξένα πλοία.

Για την Αστυπάλαια έχουμε πληροφορίες ότι ανήκε κι αυτή στις πειρατοφωλιές, όπως και η Σύρα, Μηλος, Κίμωλος, Επισκοπή κ.α. Η παραμονή Τούρκων γινόταν έτσι όλο και πιο ανασφαλής στην περιοχή, με αποτέλεσμα την αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ασκεί τη διοίκηση σ’ όλη της την έκταση και κατά συνέπεια την ανάπτυξη του κοινοτικού συστήματος διοίκησης. Η ακαταστασία στην περιοχή εντείνεται ακόμη περισσότερο με τον Τουρκοενετικό πόλεμο του 1683 – 1699 και την συμμετοχή Φράγκων πειρατών σ’ αυτόν. Οι νησιώτες αναγκάζονται να επανδρώσουν τουρκικά πλοία και δημιουργούνται μ’ αυτό τον τρόπο οι βάσεις για τη ναυτιλιακή ανάπτυξη των νησιών. Η ναυτιλία στο Αιγαίο εξελίσσεται σε εμπορική κυρίως μετά την εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας και τον περιορισμό του εμπορίου των Ενετών.

Γενικά τον 18ο και τον 19ο αιώνα η οικονομία των νησιών ακολουθεί μια ανοδική πορεία με παράλληλη άνοδο του πληθυσμού. Η Αστυπάλαια με γεωργοκτηνοτροφική κυρίως παραγωγή παρουσιάζει μια εμπορική δραστηριότητα, στην περιφέρεια όμως της Σύμης και της Καλύμνου. Έτσι, στα 1806 ο περιηγητής Turner αναφέρει για την Αστυπάλαια πληθυσμό 2.000 κατοίκους[2], ενώ ο John Galt στην περιήγηση του στην Ανατολή, μεταξύ 1809 – 1811, αναφέρει για το νησί πληθυσμό 1.500 κατοίκων και παραγωγή 20.000 κιλά σιτάρι.[3]

Στις 4 Μαΐου 1823 οι Αστυπαλίτες κατήργησαν την οθωμανική κυριαρχία και έλαβαν μέρος στην Ναυμαχία του Γέροντα. Κατά την διοικητική διαίρεση του 1828, που έγινε από τον Καποδίστρια, περιελήφθη στο νέο ελληνικό κράτος, αργότερα όμως με το πρωτόκολλο των Προστάτιδων Δυνάμεων του 1830 αποδόθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στο διάστημα του 1830 – 1870 η οικονομία του νησιού αναπτύσσεται, με την ισχυροποίηση του διαμετακομιστικού εμπορίου, η βιομηχανική όμως επανάσταση στην Ευρώπη και η καταστροφή του περίφημου εμπορίου της Ανατολής αναστατώνουν τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με βαριές συνέπειες για το νησί. Επιχειρείται συγκέντρωση του ελέγχου και της εξουσίας, με την επιβολή φόρων και κατάργηση – μετά το 1870 – των προνομίων. Η Αστυπάλαια πλέον δεν μπορεί να ζήσει τον πληθυσμό της, που υπερβαίνει τις 4.000 και αρχίζει η μετανάστευση. Oι περισσότεροι αχθοφόροι κατά την περίοδο ακμής της Σύρου κατάγονταν από την Αστυπάλαια ο χαρακτηρισμός «αστροπαλίτης» ξέπεσε έτσι ώστε να σημαίνει γενικά τον “χαμάλη”. Αυτό όμως είχε και συνέχεια, επειδή οι αστροπαλίτες αυτοί δεν ήταν ούτε δημότες αλλά ούτε εγγεγραμμένοι στα μητρώα του λιμένος Σύρου έφθασε ο όρος αστροπαλίτης να σημαίνει παράλληλα και εκείνον που δεν είχε δικαίωμα ψήφου.

Ιταλική Κατοχή και Επανένωση

Τον Απρίλιο του 1912 κατά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο, το νησί καταλαμβάνεται απο την Ιταλία, μέχρι τον Μάρτιο του 1948, οπότε παραχωρείται στην Ελλάδα, μαζί με τα άλλα Δωδεκάνησα.

Μορφολογία

Οι ακτές της Αστυπάλαιας είναι βραχώδεις, με όρμους και παραλίες. Μια μικρή λωρίδα γης περίπου 100 μέτρων, το Στενό, χωρίζει το νησί σε δύο τμήματα το μέσα και το έξω νησί. Στα νοτιοανατολικά υπάρχουν διάφορα μικρά νησιά, όπως η Αγία Κυριακή, ο Χονδρός, το Κουνούπι και ο Κουτσομύτης. Στα Δυτικά βρίσκονται οι νησίδες Οφιδούσα, Χτένια, Ποντικούσα και αλλες. Η πρωτεύουσα και κύριο λιμάνι του νησιού είναι η Αστροπαλιά, ή Χώρα.

Οικισμοί

Χώρα, Αστυπάλαια.

Εκτός από τη Χώρα που είναι η πρωτεύουσα, υπάρχει ένα ακόμη χωριό που ονομάζεται Ανάληψη (παλιά ονομασία Μαλτεζάνα ή Μαρτιζάνα) και απέχει δέκα χλμ από τη Χώρα. Εδώ βρίσκεται και το αεροδρόμιο του νησιού. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατοικείται και το Λιβάδι, παραθαλάσσιος οικισμός που βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τη Χώρα. Ένας ακόμη μικροσκοπικός οικισμός βρίσκεται στα ΒΑ του νησιού και λέγεται Βαθύ.

Αξιοθέατα

Το κάστρο της Αστροπαλιάς.

Το σπουδαιότερο αξιοθέατο είναι το κάστρο της Αστροπαλιάς που αποτελεί κατάλοιπο της Ενετοκρατίας. Στις παρυφές του κάστρου βρίσκεται και η ονομαστή εκκλησία της Παναγίας της Πορταΐτισσας, που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Στο πανηγύρι της προσφέρεται δωρεάν δείπνο σε όλους, με πρώτο πιάτο τη σπεσιαλιτέ του νησιού, το περίφημο Λαμπριανό, (κατσικάκι γεμιστό με ρύζι και συκωτάκια).
Σήμα κατατεθέν του νησιού είναι και οι πολύ καλά διατηρημένοι ανεμόμυλοι. Άξιο επίσκεψης είναι επίσης το κάστρο του Αγίου Ιωάννη, καθώς και τα δύο σπήλαια του νησιού, πλούσια σε σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Στη Χώρα βρίσκεται και το Αρχαιολογικό Μουσείο της νήσου, με αρκετά εξαιρετικά εκθέματα.

Συγκοινωνία

Η Αστυπάλαια συνδέεται ακτοπλοϊκά με τον Πειραιά και τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων. Στο νησί υπάρχει και αεροδρόμιο με σχετικά καλή σύνδεση με τον αερολιμένα Αθηνών και Ρόδου.

Αεροδρόμιο

O κρατικός αερολιμένας της Αστυπάλαιας (IATA: JTY) συνδέει το νησί με την Αθήνα, τη Λέρο, την Κω και τη Ρόδο. Χρησιμοποιούνται αεροσκάφη ATR 42 (50 Θέσεων) και DASH 8-100 (37 θέσεων).

Ο δήμος Αστυπάλαιας

Δήμος Αστυπάλαιας
Δήμος
2010 Dimos Astypaleas.svg
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Έδρα Αστυπάλαια
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Πανορμίτης Κονταράτος
Διοικητική διαίρεση
 • Αποκ. διοίκηση Αποκεντρωμένη διοίκηση Αιγαίου
 • Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
 • Περιφ. ενότητα Καλύμνου
Διαμέρισμα Νησιά Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Έκταση 114,1 km2
Πληθυσμός 1.334 (απογραφή 2011)

Ο δήμος Αστυπάλαιας περιλαμβάνει το νησί της Αστυπάλαιας, καθώς και τις γύρω νησίδες. Αναλυτικά οι οικισμοί και οι νησίδες που αποτελούν τον δήμο Αστυπάλαιας:

Δ.δ. Αστυπαλαίας [ 1.238 ]

  • Σημειώνεται ότι με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 2.10.Γ. αυτού.

Σημειώσεις

  • Λεπτομερείς ναυτιλιακές πληροφορίες για τη νήσο Αστυπάλαια παρέχει ο Ελληνικός Πλοηγός 4ος τόμος, επίσης ο χάρτης ελληνικής έκδοσης: ΧΕΕ-424, που καλύπτει όλη τη θαλάσσια περιοχή από νήσο Ανάφη μέχρι τη νήσο Κω και ειδικότερα ο ΧΕΕ-424/3 που είναι και ο λιμενοδείκτης των όρμων Βαθύ, Αγίου Ανδρέα, Σκάλας και του όρμου Ανάληψης (Μαλτεζάνα) της νήσου.

04 Σεπτεμβρίου, ο όσιος Άνθιμος, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου (1727 – 1782): Βίος, Ασματική Ακολουθία.

Ο νέος ασκητής, Ο όσιος Άνθιμος Κουρούκλης, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς το 1727. Ήταν δηλ. σύγχρονος με τον έτερο Μεγάλο Ισαπόστολο και εθνομάρτυρα του γένους μας, τον Άγιο Κοσμά των Αιτωλό, με τον οποίον είχε παρόμοια δράση και προσφορά!

Κατά το Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Αθανάσιος, μα σε ηλικία επτά ετών, έχασε το φως του, χτυπημένος από την αρρώστια της ευλογιάς. Το ξαναβρήκε όμως, χάρη στην Θεία παρέμβαση αφενός, και στις ανύστακτες προσευχές της πιστής και ενάρετης μητέρας του Ατζουλέτας, καθώς και του ιδίου. Είχαν μάλιστα συμμετάσχει τότε σε σαρανταλείτουργο, το οποίο έγινε με βασικό αίτημα την θεραπεία του μικρού Αθανασίου. Πράγματι, αφού μητέρα και γιος κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων κατά την τεσσαρακοστή Θεία Λειτουργία, το παιδί φώναξε, «βλέπω’ ο Ιερεύς φοράει κόκκινο φελόνι»!

Έξυπνος και μνήμων καθώς ήταν, παρακολούθησε τα μαθήματα της στοιχειώδους παιδείας, πιθανότατα κοντά στον πρώτο του δάσκαλο και πνευματικό Άνθιμο, τον ηγούμενο τότε της Ι. Μονής της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων Ληξουρίου. Όταν έγινε 20 ετών, αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, Ιωάννου Κουρούκλη, ο οποίος ήταν εμπειρότατος ναυτικός. Μαζί ταξίδεψαν σε πολλές θάλασσες, αλλά φθάνοντας κάποτε στην Κωνσταντινούπολη, ο πατέρας του Οσίου, χτυπημένος από την πανώλη, εκοιμήθη. Το 1750, ο πλοίαρχος του καραβιού στο οποίον υπηρετούσε τότε ο Αθανάσιος, εκτιμώντας το υποδειγματικό και εργατικότατο του χαρακτήρος του, του πρότεινε να τον κάνει γαμβρό του. Ο Αθανάσιος δέχθηκε. Άλλες όμως ήταν οι βουλές του Κυρίου. Ξυπνώντας λοιπόν ο νέος το πρωί της ημέρας, κατά την οποία θα επισημοποιούταν ο γάμος του, συνειδητοποίησε πως είχε χάσει εντελώς το φως του. «Τώρα εκατάλαβα», είπε, «πως είμαι θεότυφλος». Η επωνυμία θεότυφλος, θα τον συνοδεύει πια, σε όλη του τη ζωή!

Αντιλαμβανόμενος λοιπόν πως αυτό ήταν το θέλημα του Κυρίου, αποτάσσεται τα του κόσμου, οπότε τυφλός και άσημος, αναχωρεί για το Άγιον Όρος, όπου κείρεται μοναχός, μετονομαζόμενος Άνθιμος, πιθανότατα στα όρια της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί ασκήθηκε θεαρέστως, αναμίχθηκε ενεργά, όπως αποδεικνύει η μετ’ έπειτα δράση του, και στο κίνημα των Κωλυβάδων, και τελικώς, όταν εκοιμήθη ο σοφότατος γέροντάς του, απεφάσισε να βγεί στον κόσμο, να κηρύξει, και να διασώσει από την αμάθεια και των εξισλαμισμό τους Ορθοδόξους Ρωμιούς, οι οποίοι στέναζαν τότε κάτω από τον απάνθρωπο ζυγό των Τούρκων Μουσουλμάνων.

Πρώτη ιεραποστολική περιοδεία.

Πρώτος του σταθμός ήταν το νησί της Χίου, όπου κήρυξε τον Ευαγγελικό λόγο, αλλά και ασκήθηκε σκληρά, φθάνοντας σε μεγάλα μέτρα αγώνων. Έτρωγε μόνον λίγο ψωμί την ημέρα, ενώ έπινε νερό μόνον μετά την δύση του ηλίου. Κοιμόταν ελάχιστα, και ασκούσε συνεχώς την αδιάλειπτη ευχήτου Ιησού.

Κατόπιν επισκέφθηκε την Σίφνο, και παρά τις παρακλήσεις των κατοίκων του νησιού οι οποίοι εκτίμησαν τον ενάρετο τυφλό γέροντα, έπειτα από λίγο διάστημα ασκήσεως και κηρύγματος εκεί, αναχώρησε για την Πάρο. Καθώς το πλοίο που τον μετέφερε στο νησί, βρέθηκε στο μέσον περίπου αυτής της θαλάσσιας διαδρομής, έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να καταποντισθεί από τα κύματα και τον αέρα. Κατόπιν λοιπόν πολλών και επιμόνων εκλύσεων των συνεπιβατών του μα και ενός εκ των Σιφνιών ιερέων που τον συνόδευαν, ο Όσιος Άνθιμος προσευχήθηκε με δάκρυα στην Παναγία, την οποίαν ιδιαιτέρως ευλαβείτο, και η θαλασσοταραχή σταμάτησε! Παρακάλεσε μάλιστα τους παρισταμένους να μην διαδώσουν το θαύμα, μα εκείνοι, μόλις έφθασαν στην Πάρο, το διαφήμισαν παντού. Τόσο αυτό, όσο και η οσιακή ζωή του, διέδωσαν την φήμη του και στα γειτονικά νησιά.

Έτσι ο επίσκοπος Παροναξίας, τον προσκάλεσε να κηρύξει και στην Νάξο, όπου, υπακούοντας, μετέβη. Μεταξύ δε των Ναξίων που τότε άκουσαν τα ζήδορα λόγια του, ήταν και ο νεαρός τότε Νικόλαος Καλιβούρσης, ο μετ’ έπειτα Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ακολούθως μετέβη στην Ίο, και έπειτα από λίγο, βρέθηκε προσκυνητής στους Αγίους Τόπους, όπου με θερμά δάκρυα στα άφωτα μάτια του, προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και τον Ζωοπάροχο Γολγοθά, ενώ απ’ τα εκεί περιώνυμα Μοναστήρια άντλησε μεγάλη παρηγοριά και δύναμη για την επόμενη εργώδη προσπάθειά του. Έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη του ιεραποστολική περιοδεία.

Δευτέρα ιεραποστολική περιοδεία.

Επιστρέφοντας πιθανότατα από τους Αγίους τόπους (1759), κατευθύνθηκε στο Καστελόριζο, όπου είχε τον πόθο να ιδρύσει το πρώτο του μοναστήρι. Το νησί όμως, μαστιζόταν τότε από φοβερή λειψυδρία. Ο Όσιος προσευχήθηκε, και οι καταρράκτες του ουρανού άνοιξαν, αφήνοντας εξτατικούς όλους τους κατοίκους της Μεγίστης – Καστελορίζου. Οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι δε, εις ένδειξιν ευχαριστίας προς τον Θεό και το εκλεκτό Του σκεύος εκλογής, συνέβαλαν αποφασιστικά στο κτίσιμο του Ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος έγινε στο ψηλότερο βουνό του νησιού. Με κέντρο αυτόν ακριβώς τον ναό, οικοδομήθηκαν ακολούθως, τα κελιά, το ηγουμενείο, οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της μονής, και το ψηλό περιτείχισμα του μοναστηριού. Το 1761 μάλιστα, με σιγίλιο του οικουμενικού Πατριάρχου Ιωανικίου του τρίτου, η μονή ανακηρύχθηκε Σταυροπηγιακή.

Από το Καστελόριζο, και με την ευχή του αρχιεπισκόπου Σίφνου Νικοδήμου, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, κατευθύνθηκε στην Αστυπάλαια, όπου διέμεινε επί εννέα έτη. «Το ασκητικό του πρόσωπο που φανέρωνε την ενάρετη ζωή του, και ακτινοβολούσε την ευσέβεια του ανδρός», μαγνήτισαν τους νησιώτες! Γι’ αυτό οι ευλαβείς Αστυπαλιώτες τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, (ρουφώντας) τα γεμάτα (νέκταρ) λόγια του, όπως σημειώνει ο νέος βιογράφος του Οσίου, Κωνσταντίνος Κανέλλος.

Στο ήσυχο λοιπόν νησί της Δωδεκανήσου, ο Άγιος κατόπιν θείας Αποκαλύψεως, απεφάσισε το κτίσιμο της Ιεράς μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Πορταϊτησας. Οι κάτοικοι χάρηκαν με αυτή του την απόφαση, μα του διευκρίνισαν πως δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα οικοδομικά υλικά. Ο Όσιος γέρων δεν αποθαρίνθηκε. Ειδοποίησε έναν ευλαβή χριστιανό, μέλλος της οικογένειας Χουσουλίνη, να παραχωρήσει τα κτήματά του που ήταν κοντά στο χωριό, γιατί εκεί θα βρισκόταν τα απαιτούμενα υλικά. Ο άνθρωπος δέχθηκε ευχαρίστως, αν και ήξερε πως στα κτήματά του δεν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοια υλικά. Λαμβάνοντας την άδεια ο Άγιος, υπέδειξε στους εργάτες να σκάψουν σε συγκεκριμένο σημείο, όπου και βρήκαν άφθονα οικοδομικά υλικά, κατάλοιπα παλαιού οικισμού! Κατά την ανασκαφή μάλιστα, μαζί με τις πέτρες, ανασύρθηκε και ένα πιθάρι γεμάτο χρυσσά νομίσματα. Ο Θεοφώτιστος Άνθιμος παρότρυνε τους εργάτες να μην ανακοινώσουν το γεγονός, μήπως και οι άπληστοι Μουσουλμάνοι παρέμβουν, και ματαιώσουν την ανέγερση της Ιεράς Μονής. Προσευχήθηκε στην συνέχεια, και τα χρυσσά νομίσματα μεταβλήθηκαν σε έναν σωρό κάρβουνα, αποκαλύπτοντας εντελώς το πανούργο και θεομάχο σχέδιο του Διαβόλου. Η Μονή της Πορταίτησας θεμελιώθηκε, και το 1760 άρχισε η συστηματική ανέγερσή της. Στην συνέχεια ο πατήρ Άνθιμος περιήλθε διάφορα μέρη του ορθοδόξου Ελληνισμού, πιθανώς και τους Αγίους τόπους για δεύτερη φορά, για να συλλέξει χρήματα, άμφια καθώς και ιερά σκεύη, ώστε να στολίσει το μοναστήρι του.

Τότε, μετέβη και στην Ιερά Μονή των Υβύρων του Αγίου Όρους, όπου ζήτησε από γνωστό του μοναχό, αγιογράφο, να ιστορίσει ένα αντίγραφο της θαυματουργού εικόνος της Πορταϊτησσας. Εκείνος όμως αρνήθηκε, αφού και η όραση του, μα και τα χέρια του είχαν εξασθενήσει, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Επειδή όμως ο Όσιος Άνθιμος επέμενε, υπεχώρησε, και αφού και οι δύο προσευχήθηκαν θερμά στην Θεοτόκο, ώστε να συνεργήσει και αυτή στο εγχείρημα, έθεσαν μία κατάλληλη σανίδα κάτω από την θαυματουργό εικόνα της Πορταίτησας, αγρύπνησαν προσευχόμενοι, και το πρωί μετά την Θεία Λειτουργία, όλοι οι μοναχοί μετέβησαν στο παρεκκλήσιο της Πορταιτήσης. Ανασύροντας την σανίδα, είδαν, έκπληκτοι, αποτυπωμένη την μορφή της Θεομήτορος στην Σανίδα! Ένδακρυς ο πατήρ Άνθιμος καταφιλούσε την θαυματοποίητη νέα εικόνα της Παναγίας μας, έστω κιαν δεν την έβλεπε με τους αισθητούς οφθαλμούς του. Η μεταφορά δε της νέας θαυματουργού εικόνος της Παναγίας μας στην μονή της στην Αστυπάλαια, ήταν για το νησί, Πάσχα Κυρίου!

Τα θαυμάσια που επιτέλεσε ο Όσιος Άνθιμος με την συνέργεια της Θείας Δυνάμεως, δεν σταματούν όμως εδώ. Στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού, εκεί που και σήμερα ακόμη οι Αστυπαλιώτες αποκαλούν το σημείο δρακοσπιλιά, φώλιαζε τότε ένα τρομερό φίδι, το οποίο φόβιζε τους κατοίκους με την ύπαρξή του, ώστε η γύρω περιοχή να παραμένει ακατοίκητη και ακαληέργητη. Ο Αγιος παρότρυνε τους ντόπιους να καλλιεργήσουν το μέρος, μα εκείνοι δίσταζαν. Τότε ο γέροντας, συνοδεία μερικών πιστών, έφθασε σε ένα ύψωμα, απέναντι από το σπήλαιο του φιδιού. Ζήτησε από τους συνοδούς του να φτιάξουν μια θιμονιά από ξύλα, και να τον αφήσουν για λίγο μόνο του. Ενώ λοιπόν αυτός προσευχόταν, το τεράστιο ερπετό βγήκε από το σπήλαιό του και κατευθύνθηκε προς το σωρό των ξύλων. Κουλουριάστηκε πάνω τους, και εκείνα υπεχώρησαν από το βάρος του! Ο Όσιος υπέδειξε τότε στους νησιώτες να βάλουν φωτιά στα ξύλα, και το ζώο κάηκε εκεί, χωρίς καμία αντίσταση! Έτσι απαλλάχθηκε ο τόπος από την πολυετή εκείνη διαβολική μάστιγα. Ο Άγιος Άνθιμος αποτελεί έκτοτε τον διώκτη και το φόβητρο των φιδιών. Λέγεται δε, πως στο σημείο όπου κάηκε το τέρας εκείνο, δεν φυτρώνουν χόρτα ακόμη και σήμερα!

Ο Μισόκαλος Διάβολος φθόνησε δυστυχώς τα έργα του Κυρίου δια του πιστού Του δούλου Ανθίμου. «Έπεισε» κάποιους αστυπαλιώτες να συκοφαντήσουν τον Άγιο, για αθέμιτες σχέσεις με μοναχές της Ιεράς Μονής της Πορταίτήσσης του νησιού. Στην δημόσια δίκη που ακολούθησε, αποκαλύφθηκε η σκευωρία, και οι ντόπιοι θαύμασαν για μία ακόμη φορά την αγιότητα του τυφλού Ιεραποστόλου. Εκείνος όμως κατόπιν προσευχής, απεφάσισε να φύγει από το προσφιλές του νησί, και να κατευθυνθεί προς την γενέτειρα του Κεφαλλονιά, χάριν ησυχίας.

Τρίτη Ιεραποστολική περιοδεία.

Στα τέλη του 1768 φθάνει στο Ληξούρι, όπου τον υποδέχονται με σεβασμό και ενθουσιασμό. Κατευθύνεται στην Ι. Μ. της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, (όπου σύμφωνα με κάποιους βιογράφους του πιθανόν και να εκάρη ως μοναχός), την οποία και βρίσκουν ερειπωμένη, μετά από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1766 και 1767. Με την άδεια του οικείου επισκόπου Σωφρονίου, ο Όσιος αναλαμβάνει την εκ βάθρων ανακαίνιση της μονής. Οι 7 μοναχές που συνόδευσαν τον γέροντα από τα Δωδεκάνησα, απαρτίζουν τον πυρήνα της πρώτης αδελφότητος της μονής. Σύντομα όμως ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί! Όλοι οι ευσεβείς κάτοικοι της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου, την οποία φαίνεται πως ο Άγιος επισκεπτόταν συχνά, συμβάλουν στην ανοικοδόμηση. Ο πατήρ Άνθιμος παραδίδει μάλιστα στην νεοσύστατη μονή, και Μοναχικό κανονισμό, γνωστό και ως Διαθήκη του Αγίου Ανθίμου. Η ζωή του και εδώ παρέμεινε ασκητική. Ολιγοφαγία, χαμευνία, και αγρυπνία στόλιζαν τον βίο του.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 1777, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αφού κήρυξε σε αρκετά χωριά της Κεφαλλονιάς, επισκέφθηκε και την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής, όπου γνώρισε τον Όσιο Άνθιμο, για τον οποίον είχε ακούσει πάμπολα ως τότε!

Με επίκεντρο την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, επισκέφθηκε τα Κύθηρα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Σίφνο, ευαγγελιζόμενος τον υπόδουλο ορθόδοξο λαό, και θαυματουργώντας κατά περίπτωση. Στα Σφακιά επί παραδείγματι (1770), τρεις μάγοι αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, ενώ αυτός κήρυττε στα πλήθη. Όταν όμως προσπάθησαν να θέσουν σε ενέργεια το πανούργο σχέδιό τους, διαπίστωσαν έντρομοι πως ενώ ο Όσιος μιλούσε, από το στόμα του έβγαιναν φλόγες! Έτσι παραιτήθηκαν του σχεδίου τους. Εκεί ήταν επίσης που ο γέροντας θεράπευσε μία τυφλή γυναίκα, έφερε με την προσευχή του βροχή σε άνυδρα χρόνια, και άλλοτε, συνόδευσε με σεισμό το θείο κήρυγμά του!

Το 1773 φρόντισε να ιδρυθεί ένα νέο μοναστήρι, των γενεθλίων του τιμίου Προδρόμου, στα Κύθηρα, όπου έφθασε παρακινημένος από θεία φώτιση. Τα χρήματα μάλιστα για το κτίσιμο του καθολικού της μονής, τα πρόσφερε ένας ευλαβής καπετάνιος, αφού θαυματουργικά σώθηκε από την τρυκιμία, στις βορειοανατολικές ακτές του νησιού.

Το 1775, Ιουλίου 10, ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε την γυναικεία μονή της Παναγίας της Χρυσσοπηγής στην Σίκινο. Ήταν το έκτο και τελευταίο μοναστήρι που ανήγειρε ή ανεκαίνησε ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, χωρίς ποτέ να τα έχει δει με τα σωματικά του μάτια!

Πηγαίνοντας κάποτε στην Μάνη, προσκεκλημένος από τους εκεί κατοίκους, αφού θαυματουργικά μετέστρεψε τον ληστρικό βίο χωρικών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, έλαβε Θεία πληροφορία πως επίκειται η από του κόσμου τούτου αναχώρησης του. Διέταξε τους ναυτικούς να επιστρέψουν στα Λέπεδα, γιατί εκεί επρόκειτο να «αποθάνει». Πράγματι. Λίγο μετά, ασθένησε από ίκτερο, έδωσε την ευχή του στους Κεφαλλήνες που τον επισκέφθηκαν, άφησε τις τελευταίες παρακαταθήκες του στην θλημένη αδελφότητα της μονής, και στις 4 Σεπτεμβρίου του 1782, παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα Χέρια Του Δεσπότου Χριστού, τον οποίον ευαρέστησε με την Οσιακή του πολιτεία!

Το 1800 ο εφημέριος της Ι. Μονής Λεπέδων, πατήρ Ιωάννης ο Λεπεδιώτης, πραγματοποίησε την ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, τα οποία ευρέθησαν Κροκοβαφή και ευωδιάζοντα. Πλήθη θαυμάτων επετελέσθηκαν τότε από τον Όσιο Άνθιμο. Σήμερα, από τα Ιερά του λείψανα, σώζεται μόνον ο δεξιός πήχης του Οσίου, ο οποίος φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Πορταϊτήσσης στην Αστυπάλαια, της οποίας είναι και ο πολιούχος και προστάτης.

Η παρουσία ενός Αγίου στον αμαρτωλό μας κόσμο, είναι ασφαλώς Θείο δώρο και ευλογία. Ο Όσιος Άνθιμος, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου κατά τον Κ. Κανέλλο, απετέλεσε για το σκλαβωμένο γένος μας κατά τον 18ο αιώνα, βάλσαμο παρηγοριάς, εγερτήριο σάλπισμα εκκλησιαστικής και εθνικής ζωής, φάρος Αγιασμού σε ζοφώδη χρόνια, και διηνεκής πρεσβευτής μας προς Κύριον, άχρι τερμάτων αιώνος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διεκύρηξε την αγιότητά του, στις 30 Ιουλίου του 1974.

Σημείωσις. Περισσότερα στοιχεία για τον βίο και την πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Ανθίμου του Κεφαλλήνος, καθώς και Ιερές ακολουθίες προς τιμήν του Αγίου, μπορεί κανείς να βρει στο προαναφερθέν βιβλίο του διδασκάλου Κωνσταντίνου Κανέλλου, υπό τον τίτλο, Όσιος Άνθιμος ο εκ Κεφαλληνίας, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου. 1727 – 1782. Εκδόσεις Επτάλοφος.

Ιωάννης Παπαχρήστος.

*********************

Το παιχνίδι του φάρου : Ο παίκτης πρέπει με δεμένα τα μάτια να κάνει το γύρο των φάρων με ένα μικρό βαποράκι και να τους ακουμπήσει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Όταν απομακρύνεται από το φάρο, τα άλλα παιδιά φωνάζουν «βαθειά νερά» και όταν πλησιάζει «στεριά, στεριά».

*************************

Χορός είναι η ρυθμική κίνηση ενός ή περισσότερων προσώπων που εκτελείται με συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού. Στην αρχαιότητα λεγόταν χορός το και το άσμα των ορχουμένων (το τραγούδι) και αυτή η ομάδα των ορχουμένων (χορευτών). Σύμφωνα με τον Maurice Bejarts ο χορός είναι μια από τις σπάνιες ανθρώπινες δραστηριότητες όπου ο άνθρωπος δίνεται ολοκληρωτικά: σώμα, καρδιά και πνεύμα1.

Ως τέτοια δραστηριότητα λοιπόν, εμφανίζεται πολύ νωρίς στις ανθρώπινες κοινωνίες ως μέσο εξωτερίκευσης συναισθημάτων και ως λατρευτική τελετουργία

Η τάση για χορό φαίνεται πως είναι ένστικτη αν αναλογιστούμε ότι μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και σε πολλά άλλα είδη του ζωικού βασιλείου. Πολλά πουλιά, ή ζώα για παράδειγμα, εκτελούν –κυρίως κατά την αναζήτηση συντρόφου- διάφορες ρυθμικές κινήσεις μέσα από τις οποίες εξωτερικεύουν τις ανάγκες τους. Αποδεικνύουν με τον τρόπο αυτό – όπως εικάζεται – την καλή         τους κατάσταση, η οποία θα επιτρέψει την διαδικασία της σωστής φυσική επιλογής.

Μια τόσο βαθιά ριζωμένη ενστικτώδης αντίδραση, λοιπόν, είναι φυσικό να εξελίχτηκε υπό την επήρεια των διάφορων πολιτισμικών παραγόντων σε ένα πολύ εκλεπτυσμένο φαινόμενο με διαφορετικές εκφάνσεις από λαό σε λαό και από εποχή σε εποχή. Είναι δηλαδή επόμενο να δέχτηκε επιδράσεις τόσο από θρησκείες όσο και από τη γενικότερη αντίληψη περί ηθικής που επικρατούσαν κατά καιρούς.

Έτσι οι Ινδοί, προκειμένου να προσφέρουν στο θεό Ήλιο πρωινή ή εσπερινή θυσία και προσευχή, αντί να το κάνουν, έστρεφαν προς την ανατολή και τον χαιρετούσαν χορεύοντας. Οι Αιθίοπες άρχιζαν την μάχη, αφού πρώτα χόρευαν.

Οι ευγενέστατοι Ρωμαίοι ιερείς, οι Σάλιοι, χόρευαν με πολλή τέχνη στους δρόμους της Ρώμης, μια ορισμένη εποχή, ένοπλους πολεμικούς χορούς, για να τιμήσουν τον Άρη, τον Δία, τον Ιανό και τους άλλους μεγάλους θεούς τους.

Οι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός ήταν δώρο των θεών προς τον άνθρωπο για να μπορεί να ξεχνιέται, μέσω αυτού, από τους κόπους και τις θλίψεις της ζωής του. Περιγραφές χορού συναντάμε σε αρχαιότατα κείμενα και ήδη στον Όμηρο, τον βρίσκουμε σε πλήρη άνθηση, με αποκορύφωμα ασφαλώς της τελειοποίησής του την κλασσική εποχή.

Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Δίας σώθηκε από την μανία του πατέρα του Κρόνου, χάρη στον χορό των Κουρητών, και τον θόρυβο που έκαναν τα ξίφη τους καθώς χτυπούσαν τις ασπίδες τους. Η Αθηνά επινόησε πρώτη τον «πυρρίχιο» πολεμικό χορό, για να γιορτάσει τη νίκη της ενάντια στους Τιτάνες.

Θρησκευτικοί ήταν οι χοροί «γυμνοπαιδίαι» των Αρχαίων Σπαρτιατών, τους οποίους χόρευαν σε τακτές μέρες, γυμνοί χορευτές, για να τιμήσουν τον Απόλλωνα την Άρτεμη και τη Λητώ.

Εξ άλλου η μυθολογία διέθετε «ειδική» έφορο του χορού την μούσα Τερψιχόρη, ενώ ακόμα και ο Σωκράτης αισθάνονταν ιδιαίτερη κλίση στο χορό και τον απολάμβανε με ευχαρίστηση: «Της δε Μέμφιδος ορχήσεως, ήρα και Σωκράτης ο σοφός και πολλάκις καταλαμβανόμενος ορχούμενος, ως φησι Ξενοφών, έλεγε τοις γνωρίμοις, παντός είναι μέλος γυμνάσιον την όρχησιν.»2 (Αθήναιου, «Δειπνοσοφισταί» Β.Α. 37) Δηλαδή: «Ακόμα κι ο σοφός Σωκράτης αγαπούσε το χορό της Μέμφιδος, και όταν πολλές φορές, τον έπιαναν να χορεύει, όπως λέει ο Ξενοφώντας, έλεγε στους γνωστούς του ότι ο χορός αποτελεί άσκηση για κάθε μέλος του σώματος».

Γενικά η ανθρώπινη ψυχή, ανακουφίζονταν από τα πάθη της με τις λεπτές εξειδικευμένες κινήσεις των διάφορων χορών. Γι’ αυτό επινόησαν χορούς θρησκευτικούς, πολεμικούς, γυμναστικούς, θεατρικούς, συμποσίων, χορούς για γαμήλιες και άλλες χαρμόσυνες ή πένθιμες πομπές, χορούς εθνικούς ή λαϊκούς.

Από το πλήθος αυτών των χορών επέζησαν ως τα σήμερα οι λαϊκοί, οι οποίοι διακρίνονταν ανάλογα με την περιοχή προέλευσής τους σε Τροιζήνιους, Επιζεφύριους, Ιωνικούς, Μαντινειακούς κτλ. Αυτή η διαχρονικότητα οφείλεται ασφαλώς στο ότι οι χοροί αυτοί αποτελούσαν το προσφορότερο μέσον ψυχαγωγίας των πλατιών λαϊκών στρωμάτων κι έτσι καλλιεργήθηκαν εντατικότερα σ’ όλες τις εποχές3.Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και την περίοδο των Βυζαντινών χρόνων, παρ’ ότι η στάση της Ορθόδοξης –όπως και της Καθολικής – Εκκλησίας υπήρξε εχθρική απέναντι στους χορευτές, κάποιοι από τους αρχαίους ρυθμούς επιβίωσαν και ενσωματώθηκαν από τα λαϊκά κυρίως στρώματα στις καθημερινές τους εκδηλώσεις.

Έτσι οι χοροί αυτής της περιόδου εξακολουθούν να παραμένουν «κύκλιοι» με στοιχεία που παραπέμπουν άμεσα στην σημερινή παραδοσιακή χορευτική πρακτική. Ο «συρτός» των Βυζαντινών για παράδειγμα, χορευόταν από πολλούς χορευτές, με λαβή από τις παλάμες ή με μαντίλια ενδιάμεσα και με τον καιρό εξελίχτηκε σε μικτό χορό.Επιβίωσαν ακόμα την εποχή εκείνη ο «Πυρρίχιος» και «Κόρδακας», ένας αρχαίος άσεμνος χορός που εκτελούταν από υποκριτές του θεάτρου.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο χορός, σε συνδυασμό με το αναπόσπαστο κομμάτι τους, το τραγούδι, αποτέλεσε ένα ισχυρό όπλο ενάντια στην αλλοτρίωση και την απώλεια της Εθνικής συνείδησης. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι τη περίοδο αυτή γεννιούνται και νέα είδη χορών που περιγράφουν ηρωικά κατορθώματα και μεγάλες στιγμές της Ελλάδας, πράγμα που ενίσχυε ακόμη περισσότερο την ηθική αντίσταση των υπόδουλων. Τέτοιοι χοροί είναι ο «Καγκελευτός» στην Χαλκιδική, η «Μακρυνίτσα» στην Νάουσα και ο «Χορός του Ζαλόγγου» στην Ήπειρο.

Οι κλέφτικοι χοροί, εξ άλλου, ήταν στενά συνδεδεμένοι με την στρατιωτική προετοιμασία και την ψυχαγωγία των άτακτων στρατιωτικών σωμάτων των κλεφταρματολών.4

Mετά την απελευθέρωση και την δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους, παρατηρείται μια γνήσια παραδοσιακή έκφραση στους χορούς και την μουσική που επηρεάσθηκαν είτε από την ιστορία των περιοχών απ’ όπου προέρχονται είτε από την ομορφιά του ελληνικού τοπίου.

Η γραφικότητα και η ποικιλία των χορών αυτών, η πλειονότητα των οποίων χαρακτηρίζεται από το ερωτικό κυρίως στοιχείο, συνδυαζόμενη με την γραφικότητα των τοπικών φορεσιών, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ελληνικού πολιτισμού και των διάφορων ομάδων που συνιστούν την Ελληνική ταυτότητα. Αποτελεί την γνήσια συνέχεια των λαϊκών χορών της αρχαιότητας, όπως καταφαίνεται σε πολλούς απ’ αυτούς, από το ρυθμό τους και τις κινήσεις τους. Αδιάψευστοι μάρτυρες γι’ αυτό, είναι οι σχετικές περιγραφές των αρχαίων κειμένων, των ανάγλυφων, των τοιχογραφιών, τα οποία η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε και φέρνει στο φως.

Οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί χωρίζονται. ανάλογα με την περιοχή προέλευσής τους σε δύο βασικές ομάδες: τους στεριανούς και τους νησιώτικους.

Η ονομασία κάθε χορού προκύπτει:

α) από την ονομασία της περιοχής που χορεύεται
β) από τα λόγια του τραγουδιού που συνοδεύουν το χορό
γ) από την τοποθέτηση των χορευτών
δ) από τη λαβή των χεριών
ε) από κάποια αντικείμενα που χρησιμοποιούνται (πχ μαντίλι).

Μια ακόμα σημαντική διάκριση των χορών είναι σε πηδηχτούς και συρτούς. Οι πρώτοι περιέχουν αναπηδήσεις και «πετάγματα», ενώ οι δεύτεροι χαρακτηρίζονται κυρίως από μια ήρεμη συρτή κίνηση πάνω στο έδαφος. Βέβαια ο διαχωρισμός αυτός είναι συμβατικός και δεν είναι ο μοναδικός. Ακόμη και ο ίδιος χορός μπορεί να διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή ή ακόμα και από χορευτή σε χορευτή, παίρνοντας το ιδιαίτερο χρώμα που τον χαρακτηρίζει.

Γενικά πάντως η μορφολογία του εδάφους του κάθε τόπου, φαίνεται να παίζει ουσιαστικό ρόλο στην διαμόρφωση του ύφους των χορών που χορεύονται στον τόπο αυτό. Έτσι οι νησιώτικοι χοροί είναι περισσότερο πηδηχτοί, με πιο πολύπλοκες κινήσεις των ποδιών και φέρνουν στο νου, με τα συχνά τους σουσταρίσματα, τον θαλασσινό κυματισμό του Αιγαίου.

Αντίθετα, οι βουνίσιοι χορεύουν πιο βαριά, πιο έντονα, με ένα πείσμα –θα ’λεγε κανείς- που βγαίνει κατ’ ευθείαν μέσα από τη σκληρότητα της μάχης με τις αντιξοότητες της ζωή των ορεινών.

Το πιο διαδεδομένο σχήμα των Ελληνικών χορών είναι το κυκλικό, ενώ συναντάμε και το Διπλοκάγκελο, την Ευθεία Γραμμή, (π.χ. στον «Αργό Χασάπικο» ή στο «Φυσούνι»), το ζευγαρωτό και το αντικριστό σχήμα.

Σημαντικό επίσης χορευτικό σχήμα, με πανελλήνια διασπορά είναι και ο «Λαβύρινθος». Οι χοροί αυτοί έχουν άμεση συγγένεια με τους αρχαίους χορούς που προέρχονται από το μύθο του Θησέα και του Μινωικού Λαβύρινθου. Σ’ αυτούς, οι χορευτές αλλάζουν φορά σε ημικυκλικά σχήματα, δημιουργώντας έναν πραγματικό λαβύρινθο στον χώρο όπου εκτελούνται. Υπάρχουν πέντε παραλλαγές, ανάλογα με το είδος των «φιδιών» που σχηματίζουν και ανέρχονται σ’ ένα σύνολο τριάντα περίπου χορών στις περιοχές που ζουν ή έζησαν κατά το παρελθόν Έλληνες.5

Πιο γνωστός από τους «Λαβυρινθικούς» χορούς είναι ο «Τσακώνικος», χορός Πελοποννησιακός σε ρυθμό 5/8.

Όσο μεγάλη ανάπτυξη γνώρισαν οι Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί μέχρι και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο φαίνεται να βρίσκονται σήμερα –ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις- σε παρακμή. Το φαινόμενο βεβαίως  ερμηνεύεται και από το γεγονός ότι πλέον δεν υφίστανται οι συνθήκες οι οποίες τους δημιούργησαν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι έπαψαν πλέον να αγαπούν, ή ότι δεν στέκονται ακόμη εκστατικοί και έντρομοι εμπρός στο άγνωστο του Θανάτου. Απλώς, οι τρόποι έκφρασης είναι πλέον διαφορετικοί, οι διέξοδοι πιο τυποποιημένες και προσφερόμενες από τρίτους, με αποτέλεσμα ο παλιότερος τρόπος διασκέδασης, μέσα στον οποίο συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα και ο παραδοσιακός χορός να αρχίσει σιγά – σιγά, να         εκλείπει.

Η αντοχή όμως του Ελληνικού στοιχείου είναι δοκιμασμένη σε συνθήκες δυσκολότερες από τις σύγχρονες· σε μακροχρόνιες σκλαβιές και πολέμους. Η αντίσταση στην επερχόμενη λαίλαπα της ισοπεδωτικής πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης άρχισε ήδη να διαφαίνεται και ο παραδοσιακός χορός έχει και πάλι ένα ρόλο να επιτελέσει.   Βέβαια, αν και η πολυμορφία του παρελθόντος περιορίζεται, είναι σημαντικό το ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να πορεύονται στην Ιστορία με χορούς «κυκλωτικούς», που και αν ακόμα έχουν εκφυλισθεί σε ένα μονότονο «πηδηχτό-συρτό», χωρίς, πολλές φορές, ούτε καν «πισωγυρίσματα», αυτό δεν σημαίνει ότι έχει χάσει τους μαιάνδρους του, το ρυθμό του ή το αντικριστό ή ζευγαρωτό του σχήμα.

Εξ άλλου είναι γεμάτη πια η Ελληνική ύπαιθρος, αλλά και οι μεγαλουπόλεις από πλήθος πολιτιστικών σωματείων που ασχολούνται με τον παραδοσιακό χορό. Η προσφορά δε των εκπαιδευτικών της Φυσικής Αγωγής τόσο σ’ αυτά όσο και στην εκπαίδευση είναι ανεκτίμητη. Φαίνεται πως έλαχε σ’ αυτούς να κρατήσουν άσβεστη τη δάδα της παράδοσης η οποία θα δείξει το δρόμο για το μέλλον και θα καταδείξει την διαφορετικότητα των Ελλήνων σ’ έναν κόσμο, στον οποίο, αυτός που δεν έχει να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό, μοιραία θα αφομοιωθεί και θα χαθεί μέσα στην δίνη της καταναλωτικής καθημερινότητας

Χρειάζεται εντούτοις προσοχή: Η μεγάλη παγίδα είναι να πέσουμε στην αδηφάγα ανάγκη για εντυπωσιασμό και να στερήσουμε από την δημοτική μας χορευτική παράδοση αυτό που περίσσια διέθετε: το μέτρο και τη σεμνότητα.

Πολλά χορευτικά σωματεία, κάτω από τη -δίχως άλλο καλοπροαίρετη- καθοδήγηση των χοροδιδασκάλων τους, παρουσιάζουν ένα «φολκλορικό» θέαμα που απέχει παρασάγγες από τον τρόπο με τον οποίο χόρευαν τους χορούς αυτούς οι παππούδες και οι γονείς μας.

Στις σελίδες που θα ακολουθήσουν, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια μικρή περιδιάβαση στον ελληνικό χώρο και να παρουσιάσουμε ποιοι είναι οι κυριότεροι χοροί που εντοπίζονται στις διάφορες περιοχές της πατρίδας μας. Θα προσπαθήσουμε να αναφερθούμε, έστω και ακροθιγώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτοί δημιουργήθηκαν, τις περιστάσεις στις οποίες χορεύονταν, και για κάποιους από αυτούς θα σημειώσουμε και το κινητικό τους περιεχόμενο, το οποίο τις περισσότερες φορές, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, έχει άμεση σχέση με τις ηθικές και κοινωνικές δομές των κοινωνιών στις οποίες αναπτύχθηκαν

Το Αιγαίο αποτέλεσε Ελληνικό χώρο αφ’ ότου οι Έλληνες υπερπηδώντας από νωρίς το εμπόδιο της θάλασσας μετακινήθηκαν κατά κύματα προς την ανατολή για να εγκατασταθούν ως άποικοι στις Μικρασιατικές ακτές, αφήνοντας στα νησιά τα σημάδια της διάβασης ή της εγκατάστασής τους. Η απαρχή της μουσικοχορευτικής ιστορίας του Αιγαίου χάνεται σε μυθικές θεωρήσεις, συνδεδεμένη με την γέννηση του Απόλλωνα, του Δια, του Ορφέα και της Σαπφώς. Η πλούσια μουσική και χορευτική ζωή στο Αιγαίο της αρχαιότητας μαρτυριέται εκτός από τις γραπτές πηγές και από πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων.Η σύγκλιση της Ανατολής και Δύσης στα νησιά του Αιγαίου, η πολιτιστική αντιπαράθεση αυτών των δύο κόσμων, η ιστορία, οι δυσκολίες και οι διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες διαμόρφωσαν μια μουσικοχορευτική κατηγορία εντελώς διαφορετική από αυτήν της υπόλοιπης Ελλάδας.

Σε γενικές γραμμές στο νησιωτικό Αιγαίο διακρίνονται ουσιαστικά δύο πολιτισμικές ζώνες: Η μία περιλαμβάνει τα νησιά του Θρακικού πελάγους και του Ανατολικού Αιγαίου, όπου παρατηρείται έκδηλη η επίδραση της Ανατολής.

Η άλλη περιλαμβάνει τα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες, που σε πολλές περιπτώσεις φέρνουν έκδηλα τα ίχνη της Δύσης. Επίσης υπάρχουν άλλες δύο νησιωτικές ενότητες που διαφοροποιούνται από τις υπόλοιπες. Η πρώτη είναι η περιοχή των Β. Σποράδων, που παρέμειναν αμιγείς λόγω της απομόνωσής τους και η δεύτερη είναι τα νησιά του Αργοσαρωνικού που έχουν δεχθεί επιδράσεις από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι χοροί του Αιγαίου είναι γενικά χοροί ομαδικοί, με επικρατέστερο χορευτικό σχήμα αυτό του ανοικτού ή κλειστού κύκλου. Παράλληλα συναντάται η έννοια του χορευτικού ζευγαριού (αντρών μεταξύ τους ή γυναικών μεταξύ τους ή άντρα και γυναίκας) που χορεύει αντικριστά (καρσιλαμάδες ή ζεμπέκικο) ή ζευγαρωτά (μπάλοι), Επικρατέστεροι ρυθμοί αυτών των δίσημων μέτρων που αποδίδονται ζωηρά, γρήγορα, εύθυμα και σταθερά και αυτοί των εννεάσημων μέτρων που αποδίδονται βαριά και αργά.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Αιγαιοπελαγίτικου νησιώτικου χώρου, είναι η «ελαφράδα» που παρατηρείται στην εκτέλεση των κινήσεων, η χρησιμοποίηση του «σουσταρίσματος» που γίνεται στα γόνατα, τα πηδήματα των πρωτοχορευτών που γίνονται χαμηλά και παράλληλα προς το έδαφος και η γενικότερα παρατηρούμενη ποικιλία στην έκφραση. Αυτά όλα αντιπαρατίθενται προς το χορευτικό ύφος της στεριανής Ελλάδας, το οποίο χαρακτηρίζεται από βαρύτητα, δυναμικές στηρίξεις σε όλο το πέλμα, βήματα σκληρά και έντονα με μεγάλο άνοιγμα, αργές και βαριές ρυθμικές αγωγές, απότομες στάσεις, βαθιά καθίσματα, απότομα άλματα κάθετα προς το έδαφος..

Όπως είναι φυσικό όμως κι εδώ έχουμε διαφοροποιήσεις από νησί σε νησί, ακόμα και από χωριό σε χωριό του ίδιου νησιού. Έτσι για παράδειγμα μπορούμε να αναφερθούμε στη «βαριά και αυστηρή» σούστα της Καρπάθου, στην «ανάλαφρη και πηδηχτή» σούστα της Ρόδου, στην αντικριστή «ήρεμη» σούστα της Σύμης και ούτω καθεξής.

Ακολουθεί η περιγραφή ορισμένων μόνο χορών από το πλούσιο Αιγιοπελαγίτικο ρεπερτόριο, αφού λόγω χώρου είναι πολύ δύσκολη ακόμη και η ονομαστική τους αναφορά.

**********************************************

Κως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 36°48′55″N 27°06′37″E

Κως

Κως, το Κάστρο των Ιπποτών

Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Δωδεκάνησα
Έκταση 290,3 km2
Υψόμετρο 846 m
Υψηλότερη κορυφή Δίκαιος
Χώρα
Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Πρωτεύουσα Κως (πόλη)
Δημογραφικά
Πληθυσμός 33.388 (απογραφής 2011)
Πρόσθετες πληροφορίες
Ιστοσελίδα www.kos.gr

Η Κως είναι ελληνικό νησί του Αιγαίου. Έχει πληθυσμό 34.280 κατοίκους (απογραφή 2011) και είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Δωδεκανήσου σε έκταση μετά τη Ρόδο και την Κάρπαθο και το δεύτερο σε πληθυσμό μετά τη Ρόδο. Η επιφάνεια του νησιού είναι 290,3 τ.χλμ. με ακτογραμμή 112 χιλιομέτρων. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Κως, όπου είναι και το κύριο λιμάνι του νησιού. Απέχει από τον Πειραιά 200 ναυτικά μίλια.

Είναι πλούσιο σε ιστορικά μνημεία νησί και παρουσιάζει αξιόλογο αρχαιολογικό και τουριστικό ενδιαφέρον. Αποκαλείται επίσης και «νησί του Ιπποκράτη», του πατέρα της ιατρικής, επειδή εκεί γεννήθηκε ο Ιπποκράτης. Η σημερινή Κως είναι ένα σύγχρονο τουριστικό νησί με πολλές δυνατότητες σε θέματα διαμονής, φαγητού, σπορ, εκδρομών, ψυχαγωγίας. Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο που χαρακτηρίζει το νησί είναι οι ατελείωτοι ποδηλατόδρομοι, γι’ αυτό και πολύ συχνά η Κως χαρακτηρίζεται ως το νησί του ποδηλάτου.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Άποψη του λιμανιού

Το αρχαίο Γυμνάσιο

Το Ασκληπιείο της Κω
Κύριο λήμμα: Κως (Χρονολόγιο)

Σύντομο ιστορικό

Τα σημάδια του χρόνου και της διαδρομής των πολιτισμών και των λαών που πέρασαν από την Κω είναι ζωντανά μέχρι και σήμερα. Από τη μυθολογική εποχή του Ηρακλή και του Βασιλιά Χάρμυλου και την Ελληνιστική εποχή του Ασκληπιείου, του αρχαίου σταδίου, της αρχαίας αγοράς και του αρχαίου θεάτρου μέχρι τη σημερινή εποχή με τις σύγχρονες υποδομές και τους οικισμούς της φέρουν τα σημάδια πολλών λαών και πολιτισμών. Η ονομασία του νησιού επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Μια εκδοχή είναι ότι ίσως προέρχεται από την Καρική λέξη κοιον, δηλ. πρόβατο λόγω της διαδεδομένης εκτροφής των προβάτων με πλούσιο μαλλί.

Αρχαιότητα

Το νησί κατοικήθηκε από τους Προϊστορικούς χρόνους. Αποικίστηκε αρχικά από τους Κάρες και στους ιστορικούς χρόνους δέχτηκε Δωριείς από την Αργολίδα. Τον 7ο-6ο αι. π.Χ., η Κως μαζί με τις πόλεις Κνίδο, Αλικαρνασσό, Ιάλυσο, Κάμειρο και Λίνδο, αποτέλεσε τη Δωρική εξάπολη. Το 500 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Πέρσες, από τους οποίους ελευθερώθηκε το 479 π.Χ. και έγινε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τον 4ο αι. π.Χ. κυρίως ύστερα από την εγκαθίδρυση της νέας πόλης της Κω (366 π.Χ.) στην Β.Α. ακτή του νησιού, στη θέση της σημερινής πρωτεύουσας. Στην Κω γεννήθηκε ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης (460-357 π.Χ.), μετά το θάνατο του οποίου καθιερώθηκε στο νησί το Ασκληπιείο. Κατακτήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο το 366 π.Χ.

Μεσαίωνας

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το νησί παρήκμασε, αλλά γνώρισε νέα ακμή στους Βυζαντινούς χρόνους. Λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς (11ο αι. μ.Χ.), πέρασε στους Γενοβέζους, τους Ενετούς και το 1315 στους Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη.

Νεότερα χρόνια

Το 1522 κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, ενώ το 1912 περιήλθε στους Ιταλούς. Στις 3 Οκτωβρίου 1943 καταλήφθηκε από Γερμανικά στρατεύματα και στις 9 Μαΐου 1945 πέρασε στα χέρια των Άγγλων. Στις 7 Μαρτίου 1948 πραγματοποιήθηκε η ενσωμάτωση του νησιού με την Ελλάδα.

Το νησί της Κω πλήγηκε από σεισμούς κατά τα έτη 142, 469, 554 και 1933.

Η Κως αποτελεί το τρίτο σε μέγεθος και δεύτερο σε γονιμότητα εδάφους και πληθυσμό (μετά τη Ρόδο) νησί της Δωδεκανήσου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου απέναντι από τα Μικρασιατικά Παράλια. Το μήκος της είναι 37 χιλιόμετρα, η περιφέρειά της 112 χιλιόμετρα και το εμβαδόν της 288 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αποτελείται από πέντε χωριά: το Ασφενδιού, το Πυλί, την Αντιμάχεια και την Κέφαλο (Μαρκόγλου,1992,σ.20). Οι κάτοικοί της ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τη γεωργία, αφού το επίπεδο και εύφορο του νησιού το επέτρεπε από την αρχαιότητα ακόμα. Ο πληθυσμός της αμιγής ελληνικός ακολούθησε από την αρχαιότητα την τύχη των υπόλοιπων περιοχών που εξαρτιόνταν από την Αθηναϊκή Δημοκρατία τους Ρωμαίους, το Βυζάντιο μέχρι να καταλήξουν μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα στους Τούρκους. Η γλώσσα που ομιλείτο ήταν αυτή των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου από την αρχαιότητα η ελληνική (Nicholas, 2004, σ.312).

Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας η Κως ανήκε διοικητικά στο σαντζάκι (διοικητική περιφέρεια) της Χίου που και αυτό με τη σειρά του υπαγόταν διοικητικά στο Βιλαέτι των Νήσων του Αρχιπελάγους. Στα νησιά του Αρχιπελάγους που δεν είχαν κατακτηθεί με τη βία ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής παραχώρησε το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης που στηριζόταν στην κοινοτική οργάνωση. Μοναδική υποχρέωση είχαν να πληρώνουν τον φόρο (maktou) με τον οποίο σαν έσοδο – προικοδότηση ενισχύονταν απευθείας τα ευαγή φιλανθρωπικά ιδρύματα που ο σουλτάνος είχε ιδρύσει στη Ρόδο (Λουκάτος, 1977, σ.380).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει πλήρη θρησκευτική ανεξαρτησία. Εκτός όμως από τις εκκλησιαστικές αυτές αρμοδιότητες, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί και πολιτικές λειτουργίες, σημαντικότερη των οποίων είναι η οργάνωση της εκπαίδευσης . Ο εκάστοτε Πατριάρχης όμως, ως «Mıllıyet Başı» (Εθνάρχης) των χριστιανών Ορθοδόξων, έχει ως σταθερό στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή διεύρυνση των εξουσιών του, σε σημείο που να θεωρείται ότι υποκαθιστά το βυζαντινό αυτοκράτορα στις νομοθετικές, δικαστικές και οικονομικές δικαιοδοσίες του. Δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης από πνευματικός καθοδηγητής, ουσιαστικά μετεξελίσσεται σε πολιτικό ηγέτη των ορθοδόξων χριστιανών (Πανταζόπουλος, 1975, σ.5-6).

Μπόρεσαν λοιπόν σε αυτά τα νησιά οι ελληνορθόδοξες κοινότητες να καταστούν ισχυροί αυτοδιοικητικοί φορείς μέσω της επιλογής επιφανών μελών της τοπικής κοινωνίας στη δημογεροντία. Η επιλογή της δημογεροντίας γινόταν ανάμεσα σε 12 υποψήφιους από επιτροπή με προεδρεύοντα τον Καϊμακάμη (Τούρκος Διοικητής) και μέλος τον Μητροπολίτη του Νησιού η τον Αρχιερατικό Επίτροπο (Λουκάτος, 1977, 380). Οι εξουσίες όμως των δημογερόντων στην Κω ήταν δοτές αφού αυτοί διορίζονταν από τους τσιφλικάδες και δεν εκλέγονταν από το λαό όπως γίνονταν σε γειτονικά νησιά ,π.χ. στην Κάλυμνο (Χατζηβασιλείου, 1990, σ.364).

Το σύστημα αξιών που ξεκινώντας από το Μεσαίωνα και μέχρι περίπου τα τέλη του 19ου αιώνα ίσχυε στην οθωμανική αυτοκρατορία καθοριζόταν από το περιεχόμενο του ιερού τους βιβλίου. Το Κοράνι για τους Τούρκους και τους Οθωμανούς γενικότερα, (όπως στους χριστιανούς τα ευαγγέλια) έδινε λύσεις στα εμφανιζόμενα προβλήματα ανάμεσα στους δύο λαούς. Για τους Οθωμανούς το Κοράνι πρόσταζε ανοχή έναντι των «λαών της Βίβλου» οι οποίοι υποτάσσονται χωρίς αντίσταση και κατέβαλλαν ανελλιπώς τους φόρους τους (Πατούρης, 2010, σ.33).

Μετά το πέρας των Οθωμανικών κατακτήσεων, στα τέλη του 16ου αιώνα, στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές, με κυριότερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση και ολοκλήρωση του φεουδαρχικού συστήματος. Με τις συνεχείς κατακτήσεις, όσο η οθωμανική «γη» μεγάλωνε, ο σουλτάνος είχε τη δυνατότητα να παραχωρεί στους αξιωματούχους του εκτάσεις για νομή και καλλιέργεια. Όταν οι κατακτήσεις σταμάτησαν μπροστά στην πύλη της Βιέννης (με σημαντική εξαίρεση την κατάληψη της Κρήτης, το 1669), τότε το πεπερασμένο πλέον των οθωμανικών εδαφών σταμάτησε και αυτή τη διαδικασία παραχώρησης γης. Την επέκταση των τιμαρίων διαδέχεται τώρα μια ουσιαστική μεταβολή στην ιδιοκτησία τους: από κρατικές παραχωρημένες γαίες, τα τιμάρια μετατρέπονται σε ιδιωτικές κληρονομητές εκτάσεις, οι καλλιεργητές των οποίων βαρύνονται με συγκεκριμένες αποδόσεις απέναντι στο χωροδεσπότη κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα. Αυτό είναι το σύστημα των τσιφλικιών, με τις πολλές επιπτώσεις στην οικονομική και πολιτική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Γιαννόπουλος, 1975, σ.108-109).

Το συγκρότημα των Νότιων Σποράδων, γνωστά σαν Δωδεκάνησα, νησιά που συνορεύουν με την άγονη κατά κανόνα ακτή της Δυτικής Μικράς Ασίας, περιήλθαν στον έλεγχο του οθωμανικού κράτους στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 16ου αιώνα μετά την κατάληψή τους, από το κράτος των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη (Κουτσουράδης, 2011, σ.23).

Οι Μωαμεθανοί την περίοδο των κατακτήσεων αποτελούσαν λαό πολεμιστών, γεγονός που προϋπόθετε ότι για την ευόδωση των σκοπών τους έπρεπε να διατηρήσουν τον πολεμικό τους χαρακτήρα και να παραμείνουν απερίσπαστοι στο κατακτητικό τους έργο. Η απαίτηση αυτή ήταν ένας από τους λόγους που τους ώθησε να αναγνωρίσουν τους θρησκευτικούς ηγέτες των χριστιανών και τις δικαιοδοσίες, την εξουσία τους επί των πιστών, ήδη από την περίοδο των αραβικών κατακτήσεων, διατηρώντας την αρμοδιότητα – συνήθως έναντι χρηματισμού – της επικυρώσεως της εκλογής τους. Οι κατακτητές συμπεριφέρθηκαν στους υπόδουλους χριστιανούς και στις Εκκλησιαστικές και Κοινοτικές αρχές τους όπως και στα προβλήματα που τους απασχολούσαν με τρόπο αντιφατικό, που τον προσδιόριζε η σκοπιμότητα, ο χρηματισμός, οι προσωπικές αποφάσεις και επιθυμίες χωρίς να αποτελεί εμπόδιο σε αυτή την αντιμετώπιση ο νόμος, το δίκαιο, οι δεσμεύσεις τους. Ακόμη και η τυπική ισχύς των προνομίων που παραχώρησε ο Μωάμεθ Β΄ στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο έπρεπε να επιβεβαιωθεί σε κάθε περίπτωση αλλαγής Πατριάρχη ή Σουλτάνου (Παπαρρηγύπουλος, 1932, σ.71).

Η Κως όπως και η Ρόδος ανήκε στα μη προνομιούχα νησιά (που είχαν απαλλαγή καταβολής φόρου (Λογοθέτης, 1994, 94-123)) αφού αντιστάθηκε στους Τούρκους κατακτητές. Ο κατακτητής εφάρμοσε και στην Κω ότι εφάρμοσε σε όλες τις χώρες τις κτήσεις. Διένειμε δηλαδή όλη την εύφορη και καλλιεργήσιμη γη και τις δενδρόφυτες εκτάσεις στους πασάδες και άλλους τιτλούχους της αυτοκρατορίας υποχρεώνοντας τους πρώην ιδιοκτήτες τους να γίνουν δουλοπάροικοι στα άλλοτε κτήματά τους (Καραναστάσης, 1979. σ.22).

Όσον αφορά την επαρχιακή διοίκηση, την εποχή που εξετάζουμε οι μεγάλες διοικητικές περιφέρειες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας λεγόντουσαν εγιαλέτια (eyâlet), που ήταν τα παλαιά μπεηλερµπεηλίκια. Υποδιαίρεση του εγιαλετιού ήταν το σαντζάκι. Στις αρχές του 17ου αιώνα τα εγιαλέτια ήταν 32, ενώ τη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 19ου είχαν περιοριστεί σε 20. Παρακάτω υπήρχαν, όπως και πριν, τα σαντζάκια, οι καζάδες και οι ναχιχιέδες (Νικολάου, 2012, σ.25).

Η Κως είχε ενοικιαστεί από τον Μουχουρντάρ Εφέντη (σφραγιδοφύλακα). Αυτός υπενοικίαζε τις εκτάσεις της σε Μουσουλμάνους οι οποίοι φτάνοντας στο νησί επεδίωκαν τον γρήγορο και εύκολο πλουτισμό μέσω της επαχθούς φορολόγησης (Πατούρης, 2010, σ.43). Σταδιακά με την εξασθένηση της κεντρικής εξουσίας ισχυροποιήθηκαν άτομα που δεν ανήκαν στον διοικητικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας. Αυτοί, επειδή η υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος συνεχιζόταν, έκαναν επενδύσεις των χρημάτων τους στη γη για να τα εξασφαλίσουν. Μάλιστα αυτοί αποτελούσαν πολλές φορές και ισχυρούς τοπικούς παράγοντες του πολιτικοστρατιωτικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας ή υψηλούς αξιωματούχους που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη και πετύχαιναν µε διάφορες πιέσεις και εκβιασμούς να αγοράζουν μικρές, μεσαίες ή μεγάλες ιδιοκτησίες ή ακόμα και ολόκληρα χωριά, τα ονομαζόμενα κεφαλοχώρια ή ελευθεροχώρια, σε πολύ χαμηλές τιμές και να τα μετατρέπουν σε τσιφλίκια. Στο καινούργιο γαιοκτητικό καθεστώς που διαμορφώθηκε ο τσιφλικάς (προύχοντας) συγκέντρωνε ευρύτερες δικαιοδοσίες πάνω στην εκμετάλλευση του καλλιεργητή χωρικού. Σε περίπτωση µη αποδοχής των όρων εκμίσθωσης ο τσιφλικάς είχε το δικαίωμα να εκδιώκει τους καλλιεργητές (Νικολάου, 2012, σ.28).

Στις 3 Νοεμβρίου 1839 εγκαινιάσθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία η περίοδος των μεταρρυθμίσεων. Είναι περισσότερο γνωστή ως περίοδος του Τανζιμάτ. Εκείνη τη περίοδο ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ εξέδωσε στο ανάκτορο του Γκιούλ Χανέ το ομώνυμο Χάττ-ι-Σερίφ. Αυτό το αυτοκρατορικό διάταγμα διαβεβαίωνε τον σεβασμό της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων γενικά των υπηκόων του σουλτάνου, εισήγαγε μεταρρυθμίσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και την φορολογία. Καταργούσε την εκληπτορία (ενοικίαση φόρων και άλλων προσόδων του δημοσίου) καθιέρωνε την γενική στράτευση και επέβαλλε την ισότητα όλων των Οθωμανών υπηκόων ενώπιον των νόμων, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την φυλή τους. Η θέσπιση του Χάττ-ι-Σερίφ ήταν αποτέλεσμα εσωγενών και εξωγενών παραγόντων στην αυτοκρατορία, που είχαν διδάξει στους Τούρκους ιθύνοντες ότι η μόνη οδός για να μη συρρικνωθεί το κράτος ήταν ο εκσυγχρονισμός των θεσμών και ο εξευρωπαϊσμός των δομών του (Παπαστάθης,2010, σ.16).

Στην Κω τα πράγματα την περίοδο αυτή δεν ήταν διαφορετικά από όσα ίσχυαν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ο σουλτάνος Μαχμούτ ο Β’ το 1835 και οι διάδοχοί του που ακολούθησαν, στα πλαίσια της καλής θέλησης παραχωρούν με φιρμάνια προνόμια που για αιώνες ίσχυαν και στα άλλα νησιά (Μαρκόγλου,1992, σ.26). Συν τω χρόνω όμως οι κάτοικοι αποκτούν κάποια πολιτικά δικαιώματα, όπως τη δυνατότητα απόκτησης κυριότητας σε ακίνητα, συναλλασσόμενοι με αυτό τον τρόπο με τους Τούρκους, πασάδες. Μπόρεσαν με αυτό τον τρόπο να αγοράσουν αρκετά ακίνητα από τους Τούρκους (Καραναστάσης, 1979. σ.27). Στο πέρασμα του χρόνου στη Κω όλα τα κτήματα των πασάδων μεταβιβάστηκαν (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) στην κατοχή λίγων προυχόντων και μερικών μπέηδων της Χώρας (Χατζηβασιλείου, 1990, σ.364).

Με τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου, η Υψηλή Πύλη επιδιώκοντας να αναγνωρισθεί ο σουλτάνος ως Ευρωπαίος ηγεμόνας, με δυνατότητα συμμετοχής στις διασκέψεις πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, παγκοσμίου μάλλον με τον τότε διεθνή συσχετισμό των Μεγάλων Δυνάμεων. Θεωρήθηκε όμως σαν απαραίτητη, προϋπόθεση για την αναγνώριση αυτή, και προβλήθηκε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις η παραχώρηση του δικαιώματος της ισότητας σε όλους τους Οθωμανούς υπηκόους. Για τον λόγο αυτόν, κατά τον Φεβρουάριο 1856, ο Αβδούλ Μετζίτ εξέδωσε τον χάρτη του Χαττ-ι-Χουμαγιούν (Παπαστάθης,2010, σ.17).

Με αυτόν παρέχονταν σε όλους τους υπηκόους της τουρκικής αυτοκρατορίας εγγυήσεις, για την ζωή και την περιουσία τους, καθώς και ισότητα δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από θρήσκευμα, εθνική καταγωγή και οικονομική κατάσταση. Επικαιροποιούσε τα προνόμια, που κατά καιρούς είχαν χορηγηθεί στα μη μουσουλμανικά μιλλέτια. Κάθε θρησκευτική κοινότητα, ήταν από εδώ και πέρα υποχρεωμένη να προτείνει μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς της, όπως αυτές επιβάλλονταν από τις επιταγές της εποχής. Επιβεβαιωνόταν η αυτοτέλεια των διαφόρων θρησκευμάτων στα εσωτερικής φύσης θέματά τους και η ισότιμη συμμετοχή των λαϊκών στην διοίκηση των κοινοτήτων και την απονομή της δικαιοσύνης με την ίδρυση μικτών διοικητικών συμβουλίων και μικτών δικαστηρίων (θρησκευτικοί λειτουργοί και λαϊκοί) αντίστοιχα. Το ιερονομικό δίκαιο (σαρία) έπαυσε να είναι η επίσημη κρατική νομοθεσία. Η διοίκηση των «εθνικών» (εσωτερικών) υποθέσεων των χριστιανικών και των ισραηλιτικών κοινοτήτων καθίστατο ομοιόμορφη και ενιαία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Η διοίκησή τους ανήκε πλέον σε συμβούλια, τα μέλη των οποίων εκλέγονταν κατ’ αρχήν από το σύνολο των ενηλίκων αρρένων μελών τους (Παπαστάθης, 2010, σ.17).

Την θέση σε ισχύ του Χαττ-ι-Χουμαγιούν ακολούθησε με αργή διαδικασία η δημοσίευση διαφόρων νόμων και οδηγιών της Υψηλής Πύλης σχετικών με την εφαρμογή του. Οι διατάξεις αυτές κατέστησαν διττό το περιεχόμενο του όρου «κοινότητα». Σε ευρεία έννοια σήμαινε το «Κοινόν», το σύνολον των ομοθρήσκων ή ομόδοξων υπηκόων, που υπάγονταν σε συγκεκριμένη και από την Υψηλή Πύλη αναγνωρισμένη θρησκευτική αρχή και κατοικούσαν σε ολόκληρη την έκταση της αυτοκρατορίας ή έστω σε ευρείες περιοχές της, ανάλογα με το εδαφικό κλίμα της θρησκευτικής τους αρχής. Σε στενή έννοια «κοινότητα» σήμαινε τους ομοθρήσκους ή ομόδοξους συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής. Σε μια πόλη ή ένα χωριό συνυπήρχαν επί μέρους κοινότητες, επειδή ακριβώς η ύπαρξή τους ως κοινότητες βρισκόταν σε άμεση συνάφεια με το θρήσκευμά τους και την αναγνωρισμένη αρχή του, και δεν σχετιζόταν με την γλώσσα, την φυλή ή την εθνική τους συνείδηση. Παράλληλα, σε κάθε πόλη λειτουργούσε δημοτική αρχή. Η σύσταση και λειτουργία της δεν εξαρτάται από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα των κατοίκων (Παπαστάθης,2010, σ.18).

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), την επέκταση των Ρώσων στη Μαύρη Θάλασσα και την παραχώρηση δικαιωμάτων στους Έλληνες εμπόρους, οι οποίοι τελούν υπό την προστασία της Ρωσίας, απελευθερώνονται οι εμπορικοί δρόμοι, με συνέπεια την ταχύτατη διακίνηση των αγαθών και των ιδεών, δέκτες των οποίων έγιναν οι ελληνικές κοινότητες της διασποράς, στις οποίες ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός θα ασκήσει μεγάλη επίδραση (Δημαράς, 1983, σ. 23).

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που είχε πρωτοστατήσει τους προηγούμενους αιώνες στην παιδεία του Γένους, θα πάρει τώρα συντηρητικές θέσεις και θα πολεμήσει τις νέες ιδέες και τους φορείς τους (Νικολάου, 2012, σ.6).

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους και η συν τω χρόνω μετατροπή του σε εθνικό κέντρο όλων των Ελλήνων λειτούργησε ώστε με την οριοθέτηση του γεωγραφικού χώρου να δημιουργηθούν δύο κατηγορίες Ελλήνων, αυτοί που ζούσαν μέσα στα όρια του νεοσύστατου κράτους, οι Ελλαδίτες – Έλληνες και όσοι εξακολουθούσαν να ζουν έξω από αυτό, οι Έλληνες (Μαυρίδης, 2009, σ.37). Στην περίοδο της απολυταρχίας του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ του Β΄ (1876-1909), και κατά τις μεταρρυθμίσεις που καθιέρωσε στο πνεύμα του Τανζιμάτ (μεταρρύθμιση), η προσπάθεια για την ισότητα όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, που – σε συνδυασμό με τις υπέρογκες σπατάλες των Οθωμανών αξιωματούχων – οδήγησαν την Αυτοκρατορία στην χρεοκοπία (το έτος 1875), (Παπακωνσταντίνου, 2012, σ.6), τα προνόμια τότε που είχαν παραχωρηθεί στις Ελληνορθόδοξες Κοινότητες άρχισαν να περιορίζονται.

Με την άνοδο του Τρικούπη στην εξουσία ξεκινάει η πολιτική επιβολής του ελληνικού κράτους ως εθνικό κέντρο του ελληνισμού. Πρακτικά αυτό σήμαινε διεκδίκηση των προνομίων του Πατριάρχη στο όνομα των προνομίων του Γένους. Το Πατριαρχείο αντιδρά στη διείσδυση αυτή του ελληνικού κράτους προσαρμοζόμενο στις απαιτήσεις της εποχής στην αρχή με δυναμισμό και επιθετικότητα (δεκαετία 1880) και καταλήγει παθητικά και αμυντικά το 1908 (Μαυρίδης, 2009, σ.38). Προσπαθεί λοιπόν να αντιμετωπίσει δυναμικά τον κίνδυνο αναλαμβάνοντας για πρώτη και τελευταία φορά να γίνει το ίδιο φορέας παιδείας, και ως προς το ιδεολογικό όσο και στο εκπαιδευτικό περιεχόμενο.

Στο 1908 με την άνοδο των Νεότουρκων στην εξουσία και την κατάργηση της μοναρχίας του σουλτάνου στην Τουρκία, οι Δωδεκανήσιοι όπως όλοι οι ελληνικές περιοχές που βρίσκονταν κάτω από τον τούρκικο ζυγό ένιωσαν ανακούφιση αφού υπήρχε η ελπίδα πως με τη ανακήρυξη τουρκικού συντάγματος που διακήρυττε της αρχές της δικαιοσύνης, ανεξιθρησκίας, και ισοπολιτείας, θα δημιουργείτο ένα καθεστώς φιλελεύθερο, και σύμφωνο με τις αρχές της ισοπολιτείας (Χατζηβασιλείου, Β. σ.376). Οι ελπίδες όμως αυτές γρήγορα θα διαψευστούν αφού η Τουρκία με το σύνταγμα του 1908 καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία καταργώντας το απαλλακτικό φόρο (σαλγέν) που πλήρωναν μέχρι τότε. Το σύνταγμα του 1908 δημιουργούσε νέες ρήξεις με το πληθυσμό των νησιών αφού καταργούσε τα προνόμια της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας, και έθετε την παιδεία των Οθωμανών κάτω από την επίβλεψη του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας. Επομένως ενώ διατηρείται το δικαίωμα της ξεχωριστής εκπαίδευσης, αυτό γίνεται αποκόπτοντας την οριστικά από την θρησκευτική εξουσία, αυτό βέβαια σημαίνει απώλεια εκ μέρους του Πατριαρχείου του προνομίου πολιτικής νομιμοποίησης της εκπροσώπησης και διαχείρισης των ελευθεριών των Ρωμιών (Μαυρίδης, 2009, σ.42).

Διοικητικά τώρα μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908, δημιουργείται ο καζάς η καϊμακαμία (επαρχία) της Κω, με ναχιέ (τμήμα) τη Νίσυρο.

Τη περίοδο εκείνη η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και η ανεξαρτησία του βουλγαρικού κράτους θα κινητοποιήσουν τον ελληνισμό της Μακεδονίας και της Θράκης προς την κατεύθυνση διεκδίκησης των εθνικών του δικαιωμάτων. Η απάντηση των Τούρκων θα γίνει με τη λήψη ακόμα σκληρότερων μέτρων κατά της Εκκλησίας και της εκπαίδευσης των κατοίκων των περιοχών αυτών (Χατζηβασιλείου, 1990, σ.377).

Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα το σύστημα ιδεών που καλλιεργείται είναι ο γαλλικός εθνικισμός της Τρίτης Δημοκρατίας. Όχι μόνο ως μόνο πατριωτικό αλλά και ως αμυντικό αφού συγκροτήθηκε σαν απάντηση στην απειλή του σοσιαλιστικού διεθνισμού. Με κατεξοχήν αποδέκτη τον Ίων Δραγούμη βρήκε γόνιμο έδαφος στα ελληνικά ιδεολογικά πεδία, τόσο σε επίπεδο εθνικής ολοκλήρωσης όσο και ως πολιτικό σύστημα (Μαυρίδης, 2009, σ.43). Ως προς το επίπεδο εθνικής ολοκλήρωσης έδινε το αίτιο διεκδίκησης αλύτρωτων εδαφών τόσο πριν όσο και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να ενδιαφέρονται πρώτιστα για την προστασία των συμφερόντων τους και της διατήρησης άθικτου του κύρους της Τουρκικής κυβέρνησης, το αποτέλεσμα ήταν να αποφεύγεται κάθε επέμβαση η ανάμειξη τους στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας.

Αντίστοιχη στάση θα κρατήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις και στο θέμα της Δωδεκανήσου, αν και έδειχναν διάθεση προστασίας των προνομίων των μικρών νησιών (εξαιρουμένων σε κάποιες περιπτώσεις της Ρόδου και Κω) κατά καιρούς , και αυτό γιατί για την Τουρκία δεν είχαν καμιά αξία ούτε και από στρατηγικής απόψεως αφού δεν είχε τις απαιτούμενες ναυτικές δυνάμεις για να τα υπερασπιστεί (Μαυρίδης, 2009, σ.45). (Ιωάννου Κώστας: Ιταλική Κατοχή στη Κω 1912-1945 και Εκπαιδευτική Πολιτική, Διπλωματική Εργασία, ΕΑΠ 2012, σελ. 29-36)

Οικισμοί

Στην Κω, εκτός από την πρωτεύουσα, την πόλη της Κω, υπάρχουν και έξι μεγάλα χωριά, η Κέφαλος, η Καρδάμαινα, η Αντιμάχεια, το Μαστιχάρι, το Πυλί και το Ζιπάρι. Με τις τελευταίες αλλαγές στην νομοθεσία έγινε ενιαίος δήμος Κω, ενσωματώνοντας τους τέως δήμους Δικαίου και Ηρακλειδών.

Αξιοθέατα

Αρχαιολογικοί Χώροι & Μνημεία

Άγαλμα του Ιπποκράτη
  • Τα ερείπια της αρχαίας πόλης μαζί με τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά οικοδομήματα κοντά στο λιμάνι: Στην περιοχή αυτή υπάρχουν τμήματα της Αρχαίας Αγοράς (4ου – 3ου αι. π.Χ.), η Μεγάλη Στοά (Καμάρα του Φόρου) και άλλες μικρότερες στοές με ιερά αφιερωμένα στο Διόνυσο, την Αφροδίτη και τον Ηρακλή. Στο εσωτερικό της πόλης το Ωδείο (3ου αι. π.Χ.) καλά διατηρημένο με 12 κερκίδες και θολωτές στοές, η Κάζα Ρομάνα αναστηλωμένο ρωμαϊκό αρχοντικό με θαυμάσια μωσαϊκά. Επίσης το Ξυστό (μέρος του Γυμναστηρίου)(2ου αι. π.Χ.) με δεκαέξι αναστηλωμένες κολώνες από τις εβδομήντα που το αποτελούσαν συνολικά, τα δύο κτίρια που στέγαζαν τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά λουτρά και ένα μέρος του Ρωμαϊκού δρόμου με μάρμαρα, μωσαϊκά και ψηφιδωτά. Εντός της σύγχρονης πόλης βρίσκεται και το Αρχαίο Στάδιο της Κω στη διασταύρωση των οδών 31ης Μαρτίου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το στάδιο βρίσκεται μπροστά στο παρεκκλήσι της Αγίας Άννας (ΝΔ των ερειπίων των βόρειων Θερμών) και ανήκει στο πρώτο μισό του 2ου π.Χ αιώνα. Στο λιμάνι της Κω βρίσκεται το Κάστρο της Νεραντζιάς και αποτελεί το σημαντικότερο και καλύτερα διατηρημένο κάστρο του νησιού.
  • Αρχαιολογικό μουσείο: Βρίσκεται στην πλατεία Ελευθερίας και περιλαμβάνει συλλογή με ευρήματα προϊστορικά, γλυπτά ελληνιστικά και κλασικά μικρά αγάλματα της Αφροδίτης, του Έρωτα, της Δήμητρας, του Ιπποκράτη, επιγραφές και ψηφιδωτά με παραστάσεις και αρχιτεκτονικά μαρμάρινα μέρη ναών και κτιρίων.

Ο δρόμος των φοινίκων
  • Το κάστρο των Ιπποτών: Χτισμένο στη δεξιά μεριά του λιμανιού, αποτελεί το επιβλητικότερο μνημείο της Ενετοκρατίας. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και αποτελεί κλασικό δείγμα επιβλητικής αμυντικής της εποχής του. Έχει διπλό τείχος και τάφρο. Κατασκευάστηκε το 15ο αι. αλλά ολοκληρώθηκε το 16ο αι..
  • Ο πλάτανος του Ιπποκράτη: Ένα τεράστιο δέντρο με περίμετρο κορμού περίπου 12 μέτρα. Πιστεύεται ότι ότι κάτω απ’ τη σκιά αυτού του δέντρου δίδαξε ο Ιπποκράτης την Ιατρική στους μαθητές του. Μια γέφυρα συνδέει το σημείο, όπου βρίσκεται ο πλάτανος, με το Κάστρο των Ιπποτών.
  • Το Ασκληπιείο της Κω: Είναι το πιο διάσημο σημείο της Κω και άρχιζε να χτίζεται τον 4ο αι. π.Χ.. Βρίσκεται σε απόσταση 4 χλμ. από την πόλη μέσα σε άλσος με κυπαρίσσια και επρόκειτο για το μεγαλύτερο θεραπευτήριο της Αρχαίας Ελλάδας. Από το ναό του Ασκληπιού σώζονται μόνο τα θεμέλια και λίγες κολώνες, ενώ κολώνες σώζονται και από τη στοά που φέρεται ότι στέγαζε την Ιατρική Σχολή του Ιπποκράτη. Σε κοντινή απόσταση υπήρχαν κατά την αρχαιότητα θερμές πηγές με τρεχούμενα ιαματικά νερά.
  • Το Μουσουλμανικό Τέμενος της Λόζιας: Κτίστηκε από το Γαζή Πασά το 1786. Βρίσκεται δίπλα στον πλάτανο του Ιπποκράτη. Αποτελείται από ευρύχωρο νάρθηκα και το κυρίως τζαμί.
  • Το τέμενος Defterdar βρίσκεται στην πλατεία Ελευθερίας και πήρε το όνομά του από τον Υπουργό Οικονομικών του Σουλτάνου Ibrahim Efendi που το έκτισε την περίοδο του 1780.
  • Παλιό Πυλί. Τρία χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του χωριού Πυλί και περίπου 17 χιλιόμετρα από την πόλη της Κω, σε υψόμετρο 300 μέτρων, βρίσκονται ερείπια του μεσαιωνικού οικισμού ‘Παλιό Πυλί’, γνωστού και ως ‘Μυστράς των Δωδεκανήσων’. Ο βυζαντινός οικισμός, χτισμένος σε φυσική οχυρή θέση και προστατευμένος από ισχυρό κάστρο στην κορυφή απόκρημνου υψώματος, χρονολογείται τουλάχιστον από τον 11ο αιώνα μ.Χ. Κατά τον 15ο αιώνα όταν οι Ιωαννίτες Ιππότες κατέλαβαν το νησί συντήρησαν και ενίσχυσαν το κάστρο με σκοπό να ενισχύσουν την άμυνα της περιοχής. Στον οικισμό σώζονται πολλές βυζαντινές εκκλησίες ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν η εκκλησία της Υπαπαντής του 14ου αι. με ξυλόγλυπτο τέμπλο και κίονες από προϋπάρχοντα αρχαίο ναό καθώς και ο ναός των Ταξιαρχών. Ο ιδρυτής της Ι.Μ Πάτμου όσιος Χριστόδουλος ίδρυσε αρχικά εδώ τη Μονή των Καστριανών το καθολικό της οποίας διασώζεται μέχρι τις μέρες μας ως εκκλησία της Υπαπαντής ή Φλεβαριώτισσας από την ημερομηνία εορτασμού της.
  • Ο Ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου ήταν αρχικά παλαιοχριστιανικό Βαπτιστήριο του 5ου-6ου αιώνα, το οποίο ανήκε σε βασιλική. Βρίσκεται στο κοιμητήριο της Κω και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως κοιμητηριακή εκκλησία της πόλης Κω. Είναι ίσως το μοναδικό παλαιοχριστιανικό Βαπτιστήριο που σώθηκε σχεδόν ακέραιο ως τις μέρες μας. Πρόκειται για κτίσμα που περιστοιχιζόταν από φαρδείς, θολωτούς διαδρόμους των οποίων βρέθηκαν μόνο τα θεμέλια. Εξωτερικά έχει σχήμα τετραγώνου, άλλα εσωτερικά είναι κυκλικό με 4 κόγχες στις γωνίες και μια στην μέση τη ανατολικής πλευράς. Ωστόσο οι τοίχοι του εμφανίζουν συνολικά 8 κοιλώματα μαζί με εκείνο της εισόδου στα δυτικά, έτσι που τα 7 κοιλώματα να μοιάζουν με ιερά βήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η δεύτερη ονομασία του Ναού είναι και «Επτά Βήματα». Στον Ναό πρόσφατα αποκαλύφθηκαν τοιχογραφίες του 12ου-13ου αιώνα, με σκηνές από τη ζωή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
  • Το κάστρο της Αντιμάχειας βρίσκεται στο κέντρο του νησιού της Κω, νοτιοανατολικά του χωριού της Αντιμάχειας και αποτελεί ένα αξιόλογο μεσαιωνικό οχυρό. Το κάστρο χτίστηκε μεταξύ του 1322 και του 1346, ενώ συμφώνα με ιστορικές αναφορές του 14ου αιώνα στο κάστρο λειτουργούσε και φυλακή για τους καταδικασθέντες ιππότες. Το κάστρο είναι κτισμένο στην κορυφή ενός λόφου και έχει θέα στα νότια παράλια της Κω. Το κάστρο έχει τριγωνικό σχήμα με κορυφή προς τα ανατολικά. Κάθε πλευρά του κάστρου αποτελεί ανεξάρτητη οχυρωματική γραμμή, η οποία ακολουθεί τη διαμόρφωση του εδάφους. Στην είσοδο υπάρχει ένας ογκώδης προμαχώνας σε σχήμα μισοφέγγαρου με βαθιές πολεμίστρες. Το κάστρο ανακαινίσθηκε από τους Ιωαννίτες ιππότες το 1494 έπειτα από καταστρεπτικό σεισμό. Ενισχύθηκαν και αναστηλώθηκαν τα υπάρχοντα τείχη και κατασκευάστηκαν επάλξεις διαφόρων ειδών κατά μήκος του εξωτερικού τείχους. Στο εσωτερικό του κάστρου σώζονται ερείπια του παλαιού οικισμού της Αντιμάχειας, πολλές στέρνες καθώς και δύο παλιές εκκλησίες. Ο οικισμός εγκαταλείφτηκε το 1840.
  • Η σπηλιά της Άσπρης Πέτρας, ηλικίας 100-140 εκ. χρόνων, βρίσκεται σε υψόμετρο 257 μέτρων νοτιοδυτικά του νησιού, στο βουνό Ζηνί της Κεφάλου, και ανασκάφθηκε από τον Alessandro Della Seta, Διευθυντή της Ιταλικής Αρχαιολογικής σχολής της Αθήνας και τον αρχαιολόγο Doro Levi το 1922. Στη σπηλιά απλώνονταν ξερά και συμπαγή στρώματα που επέτρεψαν τη συνεχή χρήση της για κατοίκηση, μετά από περίοδο που χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας. Τα ευρήματά της χρονολογούνται από την Προϊστορική μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή. Στο εσωτερικό της βρέθηκαν ανθρώπινα απολιθώματα και πολλά αγγεία με ποικίλες μορφές και διαστάσεις με κυρίαρχο τον τύπο των στρογγυλεμένων τοξοειδών λαβών. Αντίθετα σπάνιζαν τα όπλα, που αποτελούνταν από λίγες λεπίδες και αιχμηρούς πυρήνες οψιδιανού λίθου (ηφαιστειογενούς πέτρας), που προέρχονταν από το νησί Γυαλί κοντά στη Νίσυρο. Τα υπολείμματα των τροφών που βρέθηκαν στην σπηλιά φανερώνουν ένα λαό αφοσιωμένο στη βοσκή των ζώων. Αξιοσημείωτη ήταν η παρουσία λάκκων γεμάτων με ωοειδείς μυλόπετρες. Η σπηλιά θεωρείται ως ένα από τα παλαιότερα μνημεία του νησιού.
  • Ο Ναός του Ηρακλή κοντά στον Πλάτανο του Ιπποκράτη χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. και είναι χτισμένος επάνω σε ανάχωμα τραπεζοειδούς σχήματος. Στο βόρειο άκρο του αναχώματος υπήρχε ορθογώνιος ναός από τον οποίο διατηρούνται η ευθυντήρια, το κρηπίδωμα και ο ορθοστάτης. Έχει χαρακτηριστεί ως Ναός του Ηρακλή χάρη σε μια επιγραφή που βρέθηκε στο χώρο, καθώς και άλλα ευρήματα που σχετίζονται με το μύθο του Ηρακλή. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, μετά την ισοπέδωση του γύρω χώρου τον 2ο και 3ο αιώνα μ.Χ. δημιουργήθηκε ένα περιστύλιο με ψηφιδωτά σ’ ένα από τα οποία απεικονίζεται το «Συμπόσιο του Ηρακλή». Στον ίδιο χώρο βρίσκονται κτίρια από μεταγενέστερες χρονικές περιόδους, όπως ένα μικρό κτήριο θερμών και ένα βαπτιστήριο.
  • Ο ναός του Απόλλωνα στην Καρδάμαινα (Αλάσαρνα κατά την αρχαιότητα) αποτέλεσε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο των Ελληνιστικών χρόνων. Τα θεμέλια του ναού αποκαλύφθηκαν κάτω από κτίριο της παλαιοχριστιανικής εποχής, γεγονός που ενισχύει την άποψη πως η ζωή στον οικισμό εκτεινόταν πέραν της ύστερης αρχαιότητας. Η Αλάσαρνα αποτελούσε θρησκευτικό κέντρο παράλληλα με το Ασκληπιείο της Κω ακόμη και μετά την ίδρυση της νέας Κω (336 π. Χ.) Δυστυχώς, μεγάλο τμήμα του ναού καταστράφηκε κατά τη θεμελίωση ξενοδοχείου της περιοχής. Από το ιερό έχουν μέχρι σήμερα ανασκαφεί τρία οικοδομήματα: Το οικοδόμημα Α αποκαλύφθηκε το 1981 και περιέχει το γνωστό από επιγραφές ιερό του Απόλλωνα στην αρχαία Αλάσαρνα. Το οικοδόμημα Β το οποίο πιθανότατα αποτελούσε βωμό ή επικλινή είσοδο στο ναό. Το οικοδόμημα Γ, το οποίο αποκαλύφθηκε το 1995 και ίσως αποτελεί ναό των Ύστερων Κλασικών ή Πρώιμων Ελληνιστικών χρόνων. Ο ναός ανακαλύφθηκε κατόπιν σωστικής ανασκαφής που πραγματοποίησε η αρχαιολόγος της ΚΒ’ Εφορίας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου Χ. Κάντζια και από το 1985. Οι ανασκαφές συνεχίζονται από ομάδα διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με ομάδες φοιτητών.
  • Στην είσοδο του χωριού της Κεφάλου, διακρίνονται τα λείψανα του Κάστρου της Κεφάλου. Το κάστρο είναι κατασκευασμένο από μικρές πέτρες και στο εσωτερικό του υπάρχουν υδατοδεξαμενές. Το κάστρο χρονολογείτε από την βυζαντινή εποχή με την παλαιότερη αναφορά σε αυτό να χρονολογείται στο στο 1271. Το 1457 χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία για την απόκρουση της τουρκικής επίθεσης. Το 1493 και έπειτα από τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί, καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρο με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί το 1505. Σήμερα, από το ερειπωμένο κάστρο ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει την πανοραμική θέα προς τον κόλπο της Κεφάλου.
  • Σε απόσταση 42 χιλιομέτρων από την πόλη της Κω, στο χωριό Κέφαλος και συγκεκριμένα στην παραλία Καμάρι απέναντι από το νησάκι «Καστρί» βρίσκονται το σύμπλεγμα δύο παλαιοχριστιανικών βασιλικών του Αγίου Στεφάνου. Οι βασιλικές αυτές χρονολογούνται στο 469 και στο 554 μ.χ. Ανακαλύφθηκαν το 1932 από τον Ιταλό αρχαιολόγο Luciano Laurenzi και αποτελούν αξιοθέατο για τον πλούτο, την εξαιρετική θέση, το μέγεθος και τα εντυπωσιακά ψηφιδωτά τους.

Περιοχές ενδιαφέροντος

  • Αλυκή Τιγκάκι: Μεταξύ των παραθαλάσσιων οικισμών Τιγκάκι και Μαρμάρι στη βόρεια πλευρά του νησιού βρίσκεται η προστατευόμενη περιοχή της Αλυκής, η οποία λειτούργησε μέχρι και το 1989 ως χώρος παραγωγής θαλάσσιου αλατιού. Δύο χείμαρροι μαζί με θαλασσινό νερό το οποίο εισέρχεται μέσω αγωγού τροφοδοτούν μία λιμνοθάλασσα αλμυρού – υφάλμυρου νερού. Τα τελευταία χρόνια η είσοδος θαλασσινού νερού τους καλοκαιρινούς μήνες είχε σαν αποτέλεσμα τη συγκράτηση νερού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους αλλάζοντας έτσι την υδροπερίοδο του υγροτόπου από εποχιακή σε μόνιμη. Σήμερα η περιοχή προστατεύεται από τις συνθήκες Ramsar και Natura και φιλοξενεί είδη της τοπικής πανίδας και χλωρίδας, καθώς και πληθώρα αποδημητικών πτηνών. Στην περιοχή απατώνται διάφορα είδη βλάστησης, όπως υπερυδατική, θαμνώδη, υγρολιβαδική, αλοφυτική κ.α. με αγριοκάλαμα, βούρλα και αρμυρίκια. Η αλυκή του Τιγκακίου φιλοξενεί ποικίλα ειδών χλωρίδας και πανίδας. Οι πελεκάνοι και οι ερωδιοί αποτελούν ορισμένα από τα είδη πουλιών τα οποία συναντώνται στην αλυκή κατά τη διάρκεια του έτους. Οι νεροχελώνες και τα νερόφιδα αποτελούν μερικά από τα αξιόλογα είδη ζώων που συναντώνται στην περιοχή.​
  • Τα Θερμά ή αλλιώς Εμπρός Θέρμες βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού περίπου 13 χλμ από την πόλη της Κω. Η περιοχή πήρε το όνομά της από τις θερμές πηγές που αναβλύζουν αιώνες τώρα. Πρόκειται για ιαματικές πηγές το νερό των οποίων είναι πλούσιο σε Ασβέστιο, Κάλιο, Νάτριο, Θείο και Μαγνήσιο, συστατικά που θεωρούνται κατάλληλα για την ίαση δερματικών, αρθριτικών, και ρευματικών παθήσεων, αλλά και για την αισθητική του δέρματος. Η θερμοκρασία των νερών κυμαίνεται από 30-50 βαθμούς. Στο μπροστινό μέρος της παραλίας έχει δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη που διαχωρίζεται από την υπόλοιπη παραλία με βράχια που επιτρέπουν στο θαλασσινό νερό να εισέρχεται και να δροσίζει τα καυτά νερά. Η παραλία αυτή είναι κατάλληλη για όλες τις ηλικίες και για όλες τις εποχές. Η μετάβαση μπορεί να γίνει με ιδιωτικό μεταφορικό μέσο ή λεωφορείο.
  • Η λίμνη του Πυλίου ή Νερομάνα αποτελεί μία μικρή τεχνητή λίμνη γλυκού νερού που δημιουργήθηκε από περιμετρικό φράγμα σε περιοχή με καρστικές πηγές. Παλαιότερα η συγκεκριμένη λίμνη πότιζε όλο τον κάμπο. ​​​Η λίμνη βρίσκεται 1,5 χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τον οικισμό του Πυλίου και απέχει περίπου 14 χιλιόμετρα από την πόλη της Κω, έχει έκταση 2 έως 3 στρέμματα. Κτίστηκε τη δεκαετία του 1920 έπειτα από εντολή των Ιταλών κατακτητών για την καταπολέμηση της λειψυδρίας που μάστιζε την περιοχή. Παλαιότερα η περιοχή αποτελούσε σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες ένα τεράστιο λιβάδι – βάλτο με βούρλα, του οποίου η προσπέλαση ήταν εξαιρετικά δύσκολη με τα μέσα της συγκεκριμένης εποχής. Σήμερα φιλοξενεί διάφορα είδη ζώων όπως Νεροχελώνες, πάπιες, Κουνουπόψαρα και χέλια. Η βλάστηση που επικρατεί στην περιοχή αποτελείται από αγριοκάλαμα του γλυκού νερού, λεύκες και πικροδάφνες.
  • Το Όρος Δίκαιος, γνωστό στους αρχαίους ως Ωρομέδων, Ωρίων ή Δίκαιον, είναι το ψηλότερο βουνό της Κω, με υψόμετρο 846 μ. Η προέλευση του ονόματός του είναι άγνωστη. Ο κύριος ορεινός όγκος του Δίκαιου δομείται από ασβεστόλιθους και μάρμαρα, καθώς και μεγάλες μάζες πλουτωνιτών και ηφαιστιτών. Στην επαφή των ηφαιστιτών με τους ασβεστόλιθους και τα μάρμαρα αναπτύσσεται κατά τόπους μεταλλοφορία, με χαρακτηριστικές αποθέσεις πολύχρωμων οξειδίων μετάλλων. Η κατανομή των υψομέτρων είναι ασύμμετρη. Στα νότια της κορυφογραμμής και σε απόσταση το πολύ 2 χλμ., το όρος έχει μεγάλη κλίση προς τη θάλασσα. Αντίθετα, η απόσταση ανάμεσα στην κορυφογραμμή και την ακτή βορείως του άξονα του όρους είναι 6-7 χλμ. Το ίδιο το σχήμα του νησιού καθορίζεται από τους άξονες των πτυχώσεων και την κατεύθυνση των ρηγμάτων, ενώ οι ρεματιές έχουν κατεύθυνση κάθετη προς αυτήν, όπως φαίνεται γύρω από την κορυφή του Δίκαιου προς την πλευρά του Ασφενδιού. Λείψανα μεσαιωνικού οικισμού, δεξαμενές νερού, οπτόπλινθοι και άφθονα πήλινα όστρακα που προέρχονται από διάφορες εποχές φανερώνουν έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα στην περιοχή κατά τους αρχαίους και μέσους χρόνους.

Αρχιτεκτονική

Η αρχιτεκτονική της Κω είναι ι​​​​διαίτερη, γιατί έχει δεχτεί πολλές επιδράσεις από το ξένο στοιχείο. Κατά την Οθωμανική περίοδο, η πόλη είχε όλα τα χαρακτηριστικά των λεγόμενων πόλεων–παζαριών. Η ζωή περιοριζόταν στον εμπορικό δρόμο, γύρω από τον οποίο ζούσαν αποκλειστικά μουσουλμάνοι και στο τσαρσί που βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία του Πλατάνου.

Σε πολλά σημεία του νησιού υπάρχουν μουσουλμανικά τεμένη και πηγές. Κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας, η Κως δέχτηκε επιρροές από τη Βενετσιάνικη αρχιτεκτονική. Επίσης, η Κως αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, καθώς μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1933 ανοικοδομήθηκε από τους Ιταλούς σύμφωνα με νέο πολεοδομικό σχέδιο. Διαιρέθηκε σε τρεις οικιστικές ζώνες με ταξικά κριτήρια: το βόρειο, το κεντρικό και το ανατολικό. Ο βόρειος τομέας είναι κατακερματισμένος σε μικρές κατοικίες, για τα λαϊκά στρώματα της πόλης (case popolari). Το κεντρικό τμήμα αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από διώροφες κατοικίες με ισόγεια καταστήματα, στις οποίες κατοικούσαν τα μέλη της αστικής τάξης (palazzine).

Τέλος, στην ανατολική ζώνη οικοδομήθηκαν επαύλεις σε κήπους για τους Ιταλούς εποίκους (villini). Άλλα στοιχεία της Ιταλικής επιρροής είναι οι εκτεταμένες ζώνες πρασίνου στην πόλη, που περιλαμβάνουν και τροπικά φυτά, καθώς και τα χαρακτηριστικά δημόσια κτήρια που σχεδιάστηκαν από Ιταλούς αρχιτέκτονες και βρίσκονται τόσο στην πόλη όσο και στους οικισμούς της Αντιμάχειας και της Καρδάμαινας.

Τα κτίρια που οικοδομήθηκαν πριν το σεισμό (Δημαρχείο, Γενικό Νοσοκομείο, Διοικητήριο κ.ά.) διαφέρουν από τα μετασεισμικά (Casa del Fascio, Δημοτική Αγορά, Casa Balilla κ.ά.) ως προς τη μορφή, καθώς τα μεν πρώτα είναι κατεξοχήν δείγματα εκλεκτικισμού, ενώ τα δεύτερα έχουν στοιχεία ρασιοναλισμού και φασιστικής αρχιτεκτονικής.

Το 1948, με την ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα, διαμορφώθηκε μια νέα αρχιτεκτονική πραγματικότητα. Τότε οικοδομήθηκαν στο νησί μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες για να καλύψουν την ανάγκη της μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης που ξεκίνησε.

Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική δεν άντεξε τη φθορά του χρόνου και αντικαταστάθηκε από τη μοντέρνα οικοδομή. Τη συναντάμε κυρίως στα χωριά Ασφενδιού, Πυλί, Κέφαλο και Αντιμάχεια, όπου τα χαμηλά και πλατυμέτωπα μονόσπιτα, με σχήμα παραλληλόγραμμο, απλή τοιχοδομία και επίπεδη στέγη, κάποια πέτρινα και άλλα όχι, είναι βαμμένα με άσπρο χρώμα και έχουν πορτοπαράθυρα χρωματισμένα με φωτεινά χρώματα. Το εσωτερικό του σπιτιού είναι, όπως και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, ιδιαίτερα φροντισμένο, ανταποκρινόμενο στις λειτουργικές ανάγκες της αγροτικής οικογένειας. Αξιοσημείωτος είναι ο μακρύς τοίχος, ο κανιότοιχος ή γκανότοιχος όπως ονομάζεται, στον οποίο κρέμονταν πιάτα, κάδρα, ο καθρέφτης του σπιτιού και άλλα απαραίτητα αντικείμενα που κάλυπταν τις βασικές ανάγκες του σπιτιού. Σε πολλά μέρη του νησιού, είναι χαρακτηριστικοί και οι παραδοσιακοί ανεμόμυλοι, με πιο χαρακτηριστικό αυτόν της Αντιμάχειας. Υπάρχουν επίσης πολλά στενά, πετρόχτιστα δρομάκια.​​​​

Κάσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 35°23′16″N 26°54′46″E

Κάσος

Το λιμανάκι της Μπούκας, στο Φρυ

Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Δωδεκάνησα
Έκταση 66,419 km2
Υψόμετρο 601 m
Υψηλότερη κορυφή Πρίωνας
Χώρα
Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Πρωτεύουσα Φρυ Κάσου
Δημογραφικά
Πληθυσμός 1084 (απογραφής 2011)
Πυκνότητα 16,3 /km2
Πρόσθετες πληροφορίες
Ιστοσελίδα www.kasos.gr

Η Κάσος είναι ελληνική νήσος του νότιου Αιγαίου και το νοτιότερο από τα Δωδεκάνησα. Βρίσκεται ανάμεσα στην Κρήτη και την Κάρπαθο. Έχει σχήμα περίπου ρομβοειδές επίμηκες με μέγιστο μήκος από Ακρωτήρι Αυλάκι μέχρι Ακρωτήρι Ακτίνα 19,8 χλμ. και μέγιστο πλάτος (στο μέσον σχεδόν της νήσου) 7,7 χλμ. Η έκταση της φθάνει τα 66,4 τ.χλμ. και έχει μήκος ακτών 59 χλμ.

Έχει πέντε χωριά: την Αγία Μαρίνα, το Πόλι, την Παναγία, το Αρβανιτοχώρι και το Φρυ (πρωτεύουσα). Υψηλότερες κορυφές των βουνών της είναι ο Πρίωνας (601 μ.), ο Περίολας (504 μ.) και ο Κόρακας (494 μ.) και ακολουθούν το Σύσφι, οι Τρούλλες, τα Δώματα, ο Άη Γιώργης και η Μυρτώ.

Πίνακας περιεχομένων

Πληθυσμός

Ο πληθυσμός της Κάσου ακολουθεί μία φθίνουσα πορεία, παράλληλη προς αυτήν των περισσοτέρων νησιών της Ελλάδος. Κατά την ακμή του νησιού, την περίοδο της Ελληνική Επαναστάσεως, οι κάτοικοί της έφθαναν τις 12.000. Ύστερα από το Ολοκαύτωμα, και κατά την κατάληψη της Κάσου από τους Ιταλούς, το 1911, είχαν μειωθεί στους μισούς, 6.700 –όλοι Έλληνες Ορθόδοξοι. Κατά την απογραφή του 1917 ο πληθυσμός της Κάσου μειώθηκε σε 1.855, καθώς πολλοί μετανάστευσαν στην ελεύθερη Ελλάδα και στην Αίγυπτο. Το 1930 ο πληθυσμός είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο, σε περίπου 1.200. Η ανεπίσημη καταμέτρηση των κατοίκων της Κάσου από την απογραφή του 2001 δίνει μικρή μείωση του πληθυσμού της σε 990 κατοίκους. Η τελευταία επίσημη απογραφή του Μαΐου 2012 έδειξε ότι οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού δεν ξεπερνανε τους 1000, ανεβάζοντας τον πληθυσμό κατάτι σε σχέση με την τελευταία απογραφή.

Ιστορία

Αρχαιότερη αναφορά στην ιστορία του νησιού θεωρούνται οι στίχοι του Ομήρου Ιλιάς, Β, όπου μαζί με τη Νίσυρο, την Ευρυπόλοιο Κω, τις Καλύνδες νήσους και την Κάρπαθο μετέχουν στον Τρωϊκό πόλεμο με τριάντα πλοία υπό την αρχηγία του Φείδιπου και του Άντιφου. Στην ονομασία του νησιού αναφέρεται και ο Στέφανος ο Βυζάντιος, ο οποίος το ονομάζει επίσης Άμφη και Αρτράβη. Αστράβη και Άχνη ή Κάσο ονομάζει το νησί ο Πλίνιος. Το όνομα Κάσος έχει φοινικική ρίζα-Κας σημαίνει άχνη, αφρός της θάλασσας, ευθεία αναφορά στο πέρασμα μεταξύ Κάσου και Καρπάθου, το πιο τρικυμιώδες σημείο στις ελληνικές θάλασσες. Αστράβη την ονομάζει επίσης ο γεωγράφος Στράβων[1]

Η Κάσος συνεισέφερε στην επανάσταση του 1821 δίνοντας πλοία από το στόλο της, διότι ήταν μεγάλη ναυτική δύναμη και πατρίδα πολλών εφοπλιστών. Επικεφαλής του στόλου τέθηκε ο Νικόλαος Γιούλιος και συμμετείχε σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, ακόμα και στη Συρία και τον Λίβανο, συλλαμβάνοντας και βυθίζοντας πολλά οθωμανικά πλοία. Ο στόλος αυτός βοήθησε πολύ την Επανάσταση στην Κρήτη εφοδιάζοντας τους επαναστάτες και κανονιοβολώντας τα τουρκικά οχυρά. Λόγω αυτής της δραστηριότητας των Κασίων το 1824 επιτέθηκε κατά του νησιού Αιγυπτιακός στόλος. Οι Κάσιοι αρχικά απέκρουσαν τις επιθέσεις των Αιγυπτίων οι οποίοι τελικά αποβιβάστηκαν την 28 Μαΐου 1824. Μέσα στην πόλη της Κάσου έγιναν λυσαλέες μάχες όπου 1.000 περίπου Κάσιοι αντιμετώπισαν 7.000 εχθρών. Σκοτώθηκαν 220 κάτοικοι του νησιού και αιχμαλωτίστηκαν περί τις 300 γυναίκες και παιδιά. Η μάχη σταμάτησε μετά από συνθηκολόγηση μετά την οποία όσοι Κάσιοι είχαν χρήματα αναγκάζονταν να εξαγοράσουν την ελευθερία των δικών τους. Έτσι επεβλήθη και πάλι η τουρκική εξουσία στο νησί και χιλιάδες κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν.[2] Η μάχη και η σφαγή της Κάσου μνημονεύονται και τιμώνται με μεγαλοπρέπεια και με προσέλευση κόσμου και επισήμων απ’ όλη την Ελλάδα κάθε Ιούνιο.
Η Κάσος καταλήφθηκε το 1911 από τους Ιταλούς και παρέμεινε υπό ιταλική κατοχή μέχρι το 1947 οπότε και ενσωματώθηκε – στις 7 Μαρτίου 1948 – με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.

Κύριες ασχολίες & Προϊόντα

Η κύρια επαγγελματική ενασχόληση των κατοίκων του νησιού είναι η κτηνοτροφία, η γεωργία και το ψάρεμα. Το νησί έχει μεγάλη παραγωγή αιγοπροβάτων, τυροκομικών προϊόντων, ελαιόλαδου και φρέσκων ψαριών. Γνωστότερα όλων, το κασιώτικο τυρί (το λεγόμενο “αρμυροτύρι”), η “σιτάκα”, η “ελαϊκή”, η “αλευρά”, η “δρίλα”, το κασιώτικο βούτυρο, τα “αποψήματα”.

Επίσης έχει δημιουργηθεί και σύγχρονη τυροκομική μονάδα, η οποία παρασκευάζει όλα τα παραδοσιακά τυροκομικά προϊόντα του νησιού. Δυστυχώς, το νησί δε διαθέτει σφαγείο με αποτέλεσμα τα προς σφαγήν αιγοπρόβατα να μεταφέρονται σε παράπλευρα νησιά προκειμένου να σφαγιασθούν, ύστερα από επίσκεψη του αρμόδιου κτηνιάτρου της Καρπάθου. Η διαδικασία ανεβάζει το κόστος για τους κτηνοτρόφους και στερεί τους μόνιμους κατοίκους φρέσκου κρέατος για αρκετά διαστήματα μέσα στο χρόνο.

Χλωρίδα

Κάσος και στο βάθος μισοκρυμμένη η γειτονική Κάρπαθος.

Το νησί παρουσιάζει αξιόλογη χλωρίδα με πρωταγωνιστή το ροΰκιο. Άλλα αξιόλογα είδη είναι τα χειμωνιάτικα μαρτολούλουδα, η ανοιξιάτικη δρακοντιά, η έρρικα, το θυμάρι, τη ρίγανη, τα προστατευόμενα κρίνα της άμμου, διάφορα ιριδοειδή και πολλά άλλα.

Αθλητισμός

Η Δόξα Αρβανιτοχωρίου είναι η πιο ιστορική ομάδα του νησιού, ιδρυθείσα τον Απρίλιο του 1968 και με κατακτήσεις αρκετών τίτλων. Το καλοκαίρι του 1970 ξεκίνησε να διοργανώνεται το Τοπικό Ποδοσφαιρικό Πρωτάθλημα Κάσου από διάφορους φορείς της νεολαίας και ομάδες (Δόξα Αρβανιτοχωρίου, Κίνηση Κασιωτών, Σύλλογος Νεολαίας) και υπό την αιγίδα του Δήμου Κάσου. Επίσης, κατά το παρελθόν η Κίνηση Κασιωτών σε συνεργασία με το ΑΝΟΚ διοργάνωνε τουρνουά μπάσκετ, αγώνες δρόμου, κολυμβητικούς αγώνες κτλ. Τα τελευταία χρόνια δεν συνεχίζονται αυτές οι αθλητικές δραστηριότητες, παρά μόνο τουρνουά ποδοσφαίρου 5×5.

Τοπικό Πρωτάθλημα Κάσου

Το Τοπικό Πρωτάθλημα Κάσου, είναι το ερασιτεχνικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της Κάσου (Δωδεκάνησα). Ξεκίνησε να διοργανώνεται τον Ιούλιο του 1970 και μετά από μια διακοπή 4 ετών, συνεχίστηκε τον Ιούλιο του 1975. Στο πρωτάθλημα συμμετείχαν 3 ομάδες, αλλά ορισμένες χρονιές συμμετείχαν 4, με μια επιπλέον συμμετοχή από ομάδα παλαιμάχων. Διοργανωνόταν από ομάδες και φορείς της νεολαίας (Δόξα Αρβανιτοχωρίου, Κίνηση Κασιωτών, ΑΝΟΚ, Σύλλογος Νεολαίας) και υπό την αιγίδα του Δήμου Κάσου έως και το 2002-03 οπότε και σταμάτησε.

Γήπεδα

Στα πρώτα χρόνια το πρωτάθλημα διεξαγόταν στην έδρα της ΑΟ Δόξα Αρβανιτοχωρίου, καθώς οι άλλες ομάδες δεν διέθεταν δικά τους γήπεδα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ομάδα του “Φρυ” άρχισε να χρησιμοποιεί το γήπεδο της “Παναγίας” και η ομάδα της “Αγίας Μαρίνας” το γήπεδο του “Αγίου Νεκταρίου”. Τα τελευταία χρόνια το πρωτάθλημα δεν διεξάγεται, καθώς γίνονται εργασίες ανακατασκευής στο γήπεδο του “Αγίου Νεκταρίου” και το γήπεδο της “Παναγίας” έχει αντικατασταθεί με γήπεδο 5×5. Έτσι αντί του πρωταθλήματος διεξάγονται τουρνουά 5×5.

Διαιτητές

Αγώνες του πρωταθλήματος έχουν διαιτητεύσει μεταξύ άλλων οι: Ντίνος Σοϊλης, Αντώνης Χατζηβασίλης, Δημήτρης Ερωτόκριτος (νυν Δήμαρχος Κάσου), Μιχάλης Ερωτόκριτος (καθηγητής διαιτησίας ποδοσφαίρου και νυν παρατηρητής διαιτησίας της ΕΠΣ Δωδεκανήσου)[3], Γιάννης Αράπης και άλλοι.

Ο δήμος Κάσου

Δήμος Κάσου
Δήμος
2010 Dimos Kasou.svg
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Έδρα Φρυ
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Μαίρη Σορώτου-Τσανάκη
Διοικητική διαίρεση
 • Αποκ. διοίκηση Αποκεντρωμένη διοίκηση Αιγαίου
 • Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
 • Περιφ. ενότητα Καρπάθου
Διαμέρισμα Νησιά Αιγαίου
Νομός Δωδεκανήσου
Έκταση 69,5 km2
Πληθυσμός 1.084 (απογραφή 2011)

Ο δήμος Κάσου περιλαμβάνει το νησί της Κάσου, καθώς και τις γύρω νησίδες. Αναλυτικά οι οικισμοί και οι νησίδες που αποτελούν τον δήμο Κάσου:

Δ.δ. Κάσου [ 990 ]

Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης το 2011 ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο, σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 2.10.Γ. αυτού.

Πρόσβαση

Το νησί διαθέτει δημοτικό αερολιμένα με διάδρομο 1000 μέτρων περίπου και συνδέεται με την Αθήνα μέσω Καρπάθου, Σητείας και Ρόδου. Η πτήση Κάσου – Καρπάθου ήταν για ένα διάστημα η μικρότερης διάρκειας στον κόσμο, με χρόνο πτήσης 5 λεπτών και κατέχει περίοπτη θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες, ρεκόρ που καταρρίφθηκε σχετικά πρόσφατα (2008) από την πτήση από Papa Westray Airfield σε Westray Airfield του Orkney στην Ιρλανδία. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις του αεροδρομίου επεκτείνονται σε έκταση 700 τ.μ. Σύντομα αναμένεται να παραδοθεί το καινούριο κτίριο του αερολιμένος. Έχει επίσης λιμάνι το οποίο προσεγγίζουν πλοία που συνδέουν την Κάσο με την Κρήτη, τον Πειραιά, την Κάρπαθο την Χάλκη και τη Ρόδο. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η κατασκευή του λιμενοβραχίονα ο οποίος έλυσε σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το εκάστοτε πλοίο της γραμμής στο να δέσει με άσχημο καιρό.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s